Περιπέτεια στη Σύρο
Antoniou James
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Τα αγόρια μου, οκτώ ο μικρός και δέκα ο μεγάλος, παρ’ όλο που στην αρχή αντιδρούσαν, ζητώντας να πάμε σε κάποιο ξενοδοχείο με παιδότοπους και τα συναφή, είχαν πια συνηθίσει αυτό το είδος διακοπών και το περίμεναν πώς και πώς. Φέτος, για πρώτη φορά, είχα φέρει τη οικογένεια στη Σύρο, στο Γαλησσά. Σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία της Σύρου, στο οποίο μπορεί κανείς να κάνει κάμπινγκ. Είχαμε βρει ένα σημείο που ήταν και κοντά στη θάλασσα και δεν μας ενοχλούσε κανείς. Εκτός από το δικό μας, στο σημείο υπήρχαν καμιά δεκαριά τροχόσπιτα ακόμη. Όσο κατέβαινες όμως προς την παραλία, τα τροχόσπιτα έδιναν τη θέση τους σε πολύχρωμα αντίσκηνα. Από ό,τι είχα καταφέρει να καταλάβω, πρέπει να ήμασταν οι μόνοι Έλληνες στο σημείο που βρισκόμασταν. Το δροσερό αεράκι που έφτανε από τη θάλασσα χάιδευε την ζεστή άμμο και μου έφτιαχνε ακόμη περισσότερο τη διάθεση. Προχώρησα προς την παραλία και κουνώντας τα χέρια μου ψηλά, πάνω από το κεφάλι μου, άρχισα να καλώ το ασκέρι μου. Η Στέλλα έπιασε τα παιδιά από το χέρι κι άρχισε να τα τραβάει για να βγουν από το νερό. Είχα ήδη στρώσει το τραπέζι για το μεσημεριανό μας. Φρέσκο ψαράκι από ένα μαγαζί λίγο πιο πάνω στο δρόμο, σαλατίτσα, ψωμάκι και φυσικά, καρπούζι με φέτα. Τα μικρά το λάτρευαν. Όσο για μένα, είχα γεμίσει το ψυγείο με μπίρες, έχει και ο μπαμπάς ψυχή στην τελική ανάλυση. Το τρίο της ευτυχίας μου, πλύθηκε και κάθισε στο τραπέζι. Το παιχνίδι στη θάλασσα όλη μέρα, είχε κάνει τα μικρά να πεινάνε σαν λύκοι. Όχι ότι εγώ πήγαινα πίσω, αλλά πέσανε και τα δυο στο φαγητό με τα μούτρα. Η Στέλλα με κοίταξε και μου χάρισε ένα από τα δικά της ιδιαίτερα χαμόγελα που λατρεύω. Την ώρα που έτρωγα, έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά αφηρημένα ένα άλλο τροχόσπιτο που ήταν παρκαρισμένο λίγο πιο κάτω από το δικό μας. Βασικά, δεν ήταν τροχόσπιτο σαν το δικό μας που το κότσαρα στο αυτοκίνητο, ήταν από αυτά που μοιάζουν με φορτηγάκια, αυτά τα αυτοκινούμενα. Οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να ήταν Γερμανοί ή Αυστριακοί, αν έκρινα από τη γλώσσα, και φαίνονταν να χαίρονται τον ήλιο και τη θάλασσα όσο και εμείς. Είχαν κι ένα μικρό κορίτσι, κοντά στα τέσσερα με πέντε. Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ότι το κοριτσάκι ήταν αυτό που μου είχε τραβήξει την προσοχή. Είχε μόλις βγει από τη θάλασσα και το βλέμμα της ήταν μάλλον κενό. Έμοιαζε να μην είναι εντελώς καλά. Κάτι στις κινήσεις της, με έκανε να πιστεύω πως είχε κάποιο πρόβλημα. Πλησιάζοντας προς το μέρος μου, πρόσεξα πως είχε χαρακτηριστικά που πρόδιδαν ίσως έναν ελαφρύ αυτισμό. Μόλις κατάλαβα ότι με κοιτά ο πατέρας της, του χαμογέλασα και με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, ξαναγύρισα το βλέμμα μου στο τραπέζι μας. Το μυαλό μου έτρεχε συνέχεια στο ρολόι μου. Αδημονούσα να περάσει η ώρα, γιατί το βράδυ περίμενα να έρθει να μας βρει ένας παλιός μου συμμαθητής, ο Αχιλλέας Λιαδέλης. Ήμασταν φίλοι σχεδόν όλη μας τη ζωή, άσχετα με το αν τον κορόιδευα που πήγε και έγινε αστυνομικός. Χαμογέλασα και μόνο που θυμήθηκα το ύφος και τη φωνή του να μου λέει: «Ε, κάποιος δεν πρέπει να σας προσέχει και εσάς τους απατεώνες τους λογιστές;»
Η απάντησή του ήταν πάντα αυτή, αλλά μέσα μου ήξερα ότιήταν φτιαγμένος για αυτή τη δουλειά. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο τόσο καλά. Βέβαια, ήταν πια Αρχιφύλακας και είχε αποκτήσει και τις παραξενιές της ηλικίας μας, αλλά και πάλι, για μένα παρέμενε ο καλύτερος παιδικός μου φίλος και πλέον, και μέλος της οικογενείας, μιας και μας είχε βαφτίσει το βενιαμίν μας, τον Παύλο. Τον παρακαλούσαμε χρόνια, να έρθει μαζί μας διακοπές, αλλά η δουλειά του δεν το άφηνε να κάνει βήμα. Φέτος, για πρώτη φορά, τυχεροί εμείς από την ατυχία του, μιας και είχε τραυματιστεί άσχημα στο πόδι σε μια από τις υποθέσεις που δούλευε, θα τον είχαμε μαζί μας. Όταν με πήρε και μου το είπε, μου φάνηκε περίεργο. Τον πίεσα και τελικά, ομολόγησε ότι τον είχαν ζορίσει,τόσο ο γιατρός όσο και οι ανώτεροί του, να κάνει μπάνια για να επανέρθει το πόδι του στην αρχική του κατάσταση, αλλά και για να τον κάνουν να φύγει επιτέλους από το γραφείο του στο τμήμα. Αδημονούσα να περάσουν οι ώρες, γιατί είχα να τον δω από όταν ήταν στο νοσοκομείο. Όταν βγήκε, εγώ έτρεχα να προλάβω να τελειώσω ότι δουλειά είχα για να καταφέρουμε να φύγουμε και αυτός πάλευε με το πόδι του και τις φυσικοθεραπείες, οπότε δεν είχαμε βρεθεί καθόλου. Το βραδάκι, χτύπησε το κινητό μου κατά τις εννιά. Ο Αχιλλέας είχε φτάσει και ανεβοκατέβαινε το δρόμο για να μας βρει. «Για αστυνομικός, δεν είσαι και το καλύτερο λαγωνικό», του είπα γελώντας.
«Βγες ρε συ στο δρόμο για να σε δω», μου είπε, «και μην ξεχνάς ότι εγώ έχω όπλο, εσύ όχι».
Σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω προς το δρόμο, κοιτώνταςκαι προς τις δυο κατευθύνσεις και ψάχνοντας για το αμάξι του. Ξαφνικά, άκουσα πίσω μου τον ήχο από έναν αναπτήρα, από αυτούς τους παλιούς που δουλεύουν με βενζίνη, και μύρισα την αψιά μυρωδιά του. Γύρισα, χαμογελώντας. Ο Αχιλλέας ακουμπούσε σε ένα δέντρο καπνίζοντας και με κοίταγε σοβαρός. «Γιατί με σήκωσες από την καρέκλα αφού μας βρήκες, ρε συ;» τον ρώτησα.