Ανιδιοτελής Αγάπη - Οι δίδυμες φλόγες
Φάφκα Ιωάννα
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Κεφάλαιο 1 – Η πρώτη ματιά
Υπάρχει, άραγε, ελευθερία στις επιλογές μας ή
πορευόμαστε πάνω σε μια λεπτή κλωστή προκαθορισμένων
γεγονότων, τυλιγμένοι σε ένα κουκούλι που ονομάζουμε
πεπρωμένο; Οι αρχαίοι μιλούσαν για Μοίρες, άλλοι για
Κάρμα· οι νεότεροι για ψυχολογία, οι πιο ρομαντικοί για
συγχρονικότητα. Μα όλοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο,
υπέκυπταν στο ίδιο αρχέγονο ερώτημα: Εμείς επιλέγουμε ή
κάποιος, κάτι μάς επιλέγει;
Κάποτε, λέει ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο, οι άνθρωποι
δεν ήταν όπως είναι τώρα. Ήταν πλάσματα σφαιρικά,
διπλά, με δύο πρόσωπα, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια.
Ήταν πλήρεις. Μα ο Δίας, φοβούμενος τη δύναμή τους, τους
έκοψε στα δύο. Από τότε, κάθε ψυχή περιπλανιέται στον
κόσμο αναζητώντας το άλλο της μισό —εκείνον που θα την
κάνει να νιώσει ξανά ολόκληρη. Δεν είναι έρωτας· είναι
αναγνώριση. Δεν είναι προσκόλληση· είναι επιστροφή.
Έτσι γεννήθηκε η ιδέα των δίδυμων φλογών. Όχι
απλώς δύο άνθρωποι που ταιριάζουν, αλλά δύο ψυχές που
κάποτε υπήρξαν μία. Και τώρα, ύστερα από κύκλους
μετενσαρκώσεων, μαθημάτων, πόνων και αποχωρισμών,
ξανασυναντιούνται —όχι για να βρουν ευκολία, αλλά
αλήθεια. Όχι για να συμπληρώσουν την καθημερινότητα,
αλλά για να φτάσουν μαζί εκεί που δεν θα μπορούσαν
μόνοι.
Μα αν είναι έτσι, τότε ποιος διαλέγει; Είναι επιλογή
ή αναπόφευκτο; Είμαστε ελεύθεροι ή βαδίζουμε πάνω σε
ράγες προεγκατεστημένες από τη μοίρα; Ίσως η ζωή να
είναι ένας χορός ανάμεσα στα δύο. Μια παρτιτούρα
γραμμένη, μα με χώρο για αυτοσχεδιασμό. Ένα πεπρωμένο
που ζητά τη συναίνεση της καρδιάς, για να εκπληρωθεί.
Ίσως η αλήθεια να κρύβεται κάπου ενδιάμεσα —σε μια
λεπτή ρωγμή του χρόνου, όπου η βούληση και το
αναπόφευκτο χορεύουν μαζί.
Στην ιστορία αυτών των δύο ψυχών –του Mάριου και
της Ελίνας– τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Η Ελίνα δεν ήξερε
τίποτα απ’ αυτά εκείνο το πρωί. Ούτε ο Μάριος. Η ζωή τους
κυλούσε όπως τόσων άλλων: ρυθμικά, κουρασμένα, σχεδόν
αδιάφορα. Εκείνη δούλευε σ’ ένα καφέ, χαμογελούσε
ευγενικά, διάβαζε τα βράδια, προσπαθούσε. Εκείνος
περιπλανιόταν ανάμεσα σε δουλειά, σχέσεις και σιωπές που
κανείς δεν καταλάβαινε. Μέχρι που ήρθε εκείνη η στιγμή. Η
στιγμή που δύο ψυχές αναγνωρίζονται χωρίς λόγια. Κι όμως,
όλα φάνηκαν σαν απλά βήματα μέσα στην
καθημερινότητα. Ένα φλιτζάνι καφές. Ένα βλέμμα. Μια
στιγμή που για τους άλλους περνά απαρατήρητη, αλλά για
εκείνους σήμανε την αρχή.
Οι δίδυμες φλόγες δεν βρίσκονται με ευκολία. Είναι
οι ψυχές που κάποτε ήταν μία και διαχωρίστηκαν, για να
μάθουν, να πληγωθούν, να εξελιχθούν —και να
επιστρέψουν η μία στην άλλη όταν θα είναι έτοιμες, ακόμη
κι αν αυτό γίνει σε κάποια άλλη ζωή. Η έλξη ανάμεσά τους
δεν είναι απλώς χημεία ή έρωτας· είναι ταυτότητα. Μνήμη.
Πόνος και ανακούφιση ταυτόχρονα. Κάθε τους συνάντηση
κουβαλά έναν παράξενο συντονισμό, σαν να υπήρχε ήδη
στο σχέδιο του κόσμου από την αρχή των πάντων. Είναι
επιστροφή στον εαυτό. Ο κόσμος θα πει πως γνωρίστηκαν
τυχαία ένα πρωινό στο καφέ, όπου δούλευε εκείνη. Μα
εκείνοι –αν και δεν το ήξεραν ακόμη– είχαν ήδη αρχίσει να
περπατούν ο ένας προς τον άλλον χρόνια πριν. Κι έτσι,
εκείνη την ημέρα, όταν άνοιξε η πόρτα κι ο Μάριος μπήκε,
δεν ήταν το πρώτο βλέμμα. Ήταν το πρώτο βλέμμα ξανά.
Μπορεί, βέβαια, τίποτα να μην είναι απολύτως
τυχαίο. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όλα είναι γραμμένα
με αυστηρή ακρίβεια σ’ ένα άχρονο χειρόγραφο, όπως θα
ήθελαν να πιστεύουν οι λάτρεις του πεπρωμένου. Όχι. Ο
κόσμος μοιάζει περισσότερο με ύφανση παρά με γραφή· ένα
υφαντό με νήματα που μπλέκονται, μερικές φορές χωρίς
πρόθεση, άλλες με μια τάξη που αποκαλύπτεται μόνο εκ
των υστέρων —αν αποκαλυφθεί ποτέ. Η Ελίνα το
σκεφτόταν συχνά αυτό, κυρίως σιωπηλά. Δεν ήταν από
εκείνους που μιλούν για "σύμπαν" και "συμπτώσεις". Ήταν
πιο επιφυλακτική. Είχε διαβάσει πολλούς μύθους, για να
πιστεύει εύκολα σε μαγεία, κι αρκετή φιλοσοφία, για να
ψάχνει την αλήθεια που έκρυβαν.
Εκείνο το πρωινό ήταν ένα από τα αδιάφορα πρωινά
της πόλης, εκείνα που δεν προμηνύουν τίποτα. Ο ήλιος
ξεπρόβαλλε σταδιακά πίσω από τις πολυκατοικίες,
αφήνοντας ένα φως που δεν ζέσταινε —μόνο χρωμάτιζε. Η
Ελίνα δούλευε ήσυχα, σχεδόν αφηρημένα, ετοιμάζοντας
μηχανικά τις παραγγελίες και περιμένοντας την ώρα που
θα σχολάσει. Ήταν εξασκημένη σ’ αυτή την εναλλαγή
εγρήγορσης και εσωτερικής απόσυρσης· είχε μάθει να
λειτουργεί χωρίς να φαίνεται απούσα. Τότε άνοιξε η πόρτα.
Δεν ήταν κάτι εντυπωσιακό. Ένας άνδρας πέρασε το
κατώφλι, σαν τόσους άλλους. Δεν φώναζε την παρουσία του
με την όψη ή με την ενδυμασία. Κι όμως, η είσοδός του είχε
κάτι διακριτικά ασύμβατο με το υπόλοιπο σκηνικό. Όχι σαν
παρεμβολή —περισσότερο σαν σημείωση σε παρένθεση,
κάτι που ζητά λίγο περισσότερο χρόνο, για να διαβαστεί
σωστά. Η Ελίνα σήκωσε τα μάτια της. Δεν ήταν αμηχανία
αυτό που ένιωσε· ήταν μια αδιόρατη μετατόπιση. Όπως όταν
διαβάζεις μια φράση και νιώθεις ότι σε αφορά, προτού
καταλάβεις το γιατί. Δεν υπήρξε αμοιβαίο πάγωμα ή
ηλεκτρισμένη ένταση. Δεν ήταν σκηνή κινηματογράφου.
Ήταν απλώς ένα βλέμμα που διήρκεσε λίγο περισσότερο
απ’ το συνηθισμένο. Ένα βλέμμα που δεν έψαχνε, αλλά
αποκάλυπτε.
- «Ένα φρέντο εσπρέσσο μέτριο μαύρη, παρακαλώ,»
είπε εκείνος.
Η φωνή του δεν διέκοψε κάτι –εντάχθηκε. Δεν είχε
αυτό που λέμε "ειδικό βάρος", αλλά μέσα της υπήρχε μια
καθαρότητα, σαν κάποιος που μιλά για πρώτη φορά μετά
από σιωπή πολλών ημερών.
- «Αμέσως», απάντησε.
Η διαδικασία ήταν απλή. Η κίνηση γνώριμη. Έφτιαξε
τον καφέ με τον ίδιο τρόπο που τον είχε φτιάξει δεκάδες
φορές. Όμως όταν του τον πρόσφερε, τα δάχτυλά τους
άγγιξαν φευγαλέα —και εκείνη τη στιγμή, χωρίς φανφάρες,
χωρίς εντάσεις, αισθάνθηκε μια σιωπηλή ερώτηση να
αντηχεί μέσα της: Κι αν αυτό είναι η αρχή; Όχι η αρχή ενός
έρωτα. Ούτε καν μιας ιστορίας. Αλλά η αρχή μιας
μετατόπισης, μιας μεταβολής τόσο ανεπαίσθητης που μόνο
η συνείδηση μπορούσε να την αντιληφθεί. Ίσως να ήταν ιδέα
της. Ίσως όχι. Ίσως η πραγματικότητα να μην έχει τη
σταθερότητα που της αποδίδουμε.
Κάποια λεπτά αργότερα η Ελίνα σχόλασε. Κάθισε
στο τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Άνοιξε ένα βιβλίο.
Έμοιαζε να το είχε ξαναδιαβάσει. Ο Μάριος, ο
πρωταγωνιστής, αναρωτιόταν για το βάθος των
ανθρωπίνων συναισθημάτων. Η ίδια δεν ένιωθε
αναστάτωση όσο διάβαζε. Ένιωθε παρουσία· τη δική της, με
έναν τρόπο νέο. Και τότε σκέφτηκε, χωρίς να το επιδιώξει: Κι
αν όντως κάποτε ήμασταν ολόκληροι; Κι αν αυτό που
αποκαλούμε "άλλο" είναι απλώς η υπόμνηση αυτού που
υπήρξαμε; Δεν είχε απαντήσεις. Αλλά για πρώτη φορά μετά
από καιρό, η ερώτηση είχε νόημα.
Κάθε συνάντηση συμβαίνει πάντα δύο φορές: μία
στον εξωτερικό κόσμο και μία μέσα μας, όταν όλα έχουν ήδη
περάσει. Για την Ελίνα ήταν ένα άγγιγμα. Μια σιωπή. Μια
αίσθηση επιστροφής. Για τον Μάριο ήταν η πρώτη παύση
της ημέρας.