«Ο Βαγγέλης στο Μπαρ του Θεού»
Το Ουίσκι Έσταζε από τα Ταβάνια
Ο Βαγγέλης έμπαινε στο μπαρ κάθε βράδυ στις 8:47. Ποτέ
8:45, ποτέ 9 παρά. Σαν να περίμενε κάτι να συμβεί μόλις
καθόταν στο ίδιο σκαμπό, δεύτερο από τα δεξιά, εκεί που το
φως της λάμπας αναβόσβηνε σαν να είχε κρίση πανικού.
Το μπαρ λεγόταν "Το Θεϊκό", αλλά δεν είχε τίποτα το
θεϊκό. Ούτε καθαριότητα, ούτε θαύματα, ούτε σωτηρία.
Μόνο κάτι απομεινάρια από εποχές που κάποιος ίσως
κάποτε γέλασε εκεί μέσα — και τώρα πια μόνο μύριζε
οινόπνευμα, καπνό και απελπισία.
Ο μπάρμαν τον ήξερε. Δεν αντάλλαζαν κουβέντες. Ο
Βαγγέλης έπαιρνε το ποτό του —σκέτο ουίσκι, πάντα χωρίς
πάγο, «το νερό είναι για τα λουλούδια» έλεγε— και άφηνε το
πεντάευρο στον πάγκο με ένα νεύμα. Ύστερα κάπνιζε. Μόνο
Camel, μαλακό πακέτο, από τότε που θυμόταν τον εαυτό
του. Ήταν 58 αλλά έμοιαζε 68 — τα δόντια του το είχαν
πάρει απόφαση.
Ένα βράδυ, εμφανίστηκε αυτός ο τύπος. Ράκος, αλλά
κάπως... ένδοξο ράκος. Φορούσε παλτό με τρύπα στον
αγκώνα και κρατούσε ένα μικρό σημειωματάριο, σαν εκείνα
τα ημερολόγια που μοιράζουν τα φαρμακεία τον Δεκέμβρη.
Κάθισε δίπλα του. Παρήγγειλε:
– Ουίσκι. Ό,τι έχει μείνει, αλλά σε ποτήρι που να μη στάζει.
Ο Βαγγέλης δεν είπε τίποτα. Ούτε και ο άλλος. Ήπιαν
ήσυχα για τρία λεπτά και σαράντα δύο δευτερόλεπτα. Μετά
ο τύπος γύρισε και είπε:
– Εσύ μοιάζεις να γράφεις. Αλλά γράφεις μέσα σου. Αυτό σε
αρρωσταίνει.
Ο Βαγγέλης δεν τον κοίταξε. Τράβηξε μια τζούρα, έγειρε
πίσω και είπε απλά:
– Εσύ ποιος είσαι;
Ο άλλος χαμογέλασε.
– Είμαι ο Μπουκ. Ή τουλάχιστον, ήμουν. Δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει ότι γράφεις, χωρίς να έχεις χαρτί. Αυτό είναι
αμαρτία. Και το αλκοόλ δεν συγχωρεί, μόνο αναβάλλει.
Ο Βαγγέλης έγειρε το κεφάλι του. Για πρώτη φορά, μετά
από καιρό, άφησε το τσιγάρο να καεί μόνο του, στο τασάκι.
Ήξερε πως είχε μπλέξει με κάποιον που δεν ζητούσε
λεφτά, συμβουλές ή τσιγάρα. Ζητούσε ιστορίες. Και ο
Βαγγέλης, γαμώτο, είχε πολλές.
Η Γενιά της Πλαστικής Καρέκλας
Ο Μπουκ ήρθε και το επόμενο βράδυ. Ίδια ώρα, ίδιο ποτό,
ίδιο χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια του.
Κάθισε δίπλα στον Βαγγέλη, ο οποίος είχε φτάσει νωρίτερα,
λες και κάτι μέσα του ήθελε να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν
όνειρο ή παραίσθηση της τέταρτης δόσης ουίσκι από χθες.
– Σκέφτηκα, είπε ο Μπουκ, να σου πω μια ιστορία. Αλλά
μετά σκέφτηκα: γιατί να μην μου πεις εσύ μία;
– Δεν γράφω ιστορίες, είπε ο Βαγγέλης.
– Ψέμα, είπε ο Μπουκ. Σου φαίνεται στο πώς κάθεσαι.
Ο Βαγγέλης τον κοίταξε για λίγο. Μετά γέλασε. Από εκείνα
τα γέλια που δεν είναι για αστεία, αλλά για να μην
ουρλιάξεις.
– Ήμασταν οι τελευταίοι που πιστέψαμε πως κάτι μπορεί να
γίνει με μια πλαστική καρέκλα στο πεζοδρόμιο και δύο
μπύρες ΦΙΞ.
– Συνέχισε, είπε ο Μπουκ, ακουμπώντας τον αγκώνα του
στον πάγκο.
– Οι πατεράδες μας είχαν πόλεμο. Οι μανάδες μας είχαν
κρεμάστρες και σταυρουδάκια. Εμείς τι είχαμε; Μια αυλή,
αν ήσουν τυχερός. Και μετά... ήρθε η τηλεόραση, και όλα
βούλιαξαν μέσα της. Ό,τι δεν καταλάβαινε το δελτίο
ειδήσεων, το κατάπινε το Survivor.
Έβγαλε το πακέτο Camel, το χτύπησε δυο φορές στο
τραπέζι, έβγαλε ένα τσιγάρο. Ο Μπουκ τού άναψε με τον
αναπτήρα του —έναν Zippo που είχε χαραγμένο: “Don’t
try”.
– Η μάνα μου με έβαζε να διαβάζω ποιήματα όταν πέθαινε η
γάτα. Της άρεσε ο Καββαδίας. Εμένα όχι. Εγώ ήθελα να
γράφω για μαστούρες, βόθρους, φτηνές μπύρες και κορίτσια
που φεύγουν με το πρώτο λεωφορείο.
– Και γιατί δεν το έκανες;
– Γιατί... κανείς δεν πληρώνει για ν’ ακούσει τον Βαγγέλη απ’
τα Πατήσια να λέει πως πονάει.
Ο Μπουκ χαμογέλασε, αυτή τη φορά λίγο πιο ανθρώπινα.
– Δεν το κάνεις για να πληρωθείς, ρε φίλε. Το κάνεις γιατί
αν δεν το βγάλεις, θα σαπίσει μέσα σου. Και το σάπισμα
έχει φωνή. Σου μιλάει τα βράδια, όταν σβήνουν τα φώτα και
το μόνο που ακούγεται είναι το ψυγείο.
Ο Βαγγέλης κοίταξε το ποτό του. Είχε τελειώσει.
– Σερβιτόρε, άλλο ένα. Κι ένα για τον... Μπουκ.
– Μπράβο, είπε εκείνος. Έτσι ξεκινάνε όλα. Με ένα «άλλο
ένα». Και με μια πλαστική καρέκλα, που κάποτε νόμιζες ότι
ήταν ο θρόνος σου.
Το ψυγείο κάνει θόρυβο μόνο όταν είσαι μόνος
Το βράδυ εκείνο, ο Βαγγέλης γύρισε σπίτι πιο αργά απ’ το
συνηθισμένο.
Όχι επειδή τα ήπιε παραπάνω, μα γιατί ένιωθε... κάτι.
Ένα κάψιμο πίσω απ’ το στέρνο που δεν ήταν από το ποτό.
Ούτε από τα τσιγάρα. Ήταν λέξεις. Που τον πιέζανε από
μέσα.
Άναψε το φως του διαδρόμου, έβγαλε τα παπούτσια με μια
κλωτσιά, και πήγε κουτσαίνοντας μέχρι την κουζίνα. Το
φως του ψυγείου ήταν πιο θερμό απ’ ό,τι θυμόταν. Ή πιο
μοναχικό.
Έβγαλε μια μπίρα που είχε ξεχαστεί στην πίσω γωνία.
Ζεστή. Δεν τον ένοιαζε.
Έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας — μονό, με δύο καρέκλες,
από τότε που είχε φύγει η Ελένη.
Στο απέναντι κάθισμα έβαλε την τσάντα του, μη τυχόν και
καθίσει πάλι η μνήμη της.
Πίσω του, το ψυγείο έκανε αυτό το μπζζζζ που μόνοι το
ακούνε οι μόνοι.
Οι άλλοι, όσοι ζουν με ανθρώπους, δεν το προσέχουν.
Σκεπάζεται απ’ τις φωνές, τα τηλέφωνα, την τηλεόραση.
Αλλά ο Βαγγέλης το άκουγε σαν σειρήνα.
Σαν προειδοποίηση.
Πήρε ένα παλιό τετράδιο που είχε με κάτι μισογραμμένα
τηλέφωνα και λογαριασμούς, το γύρισε ανάποδα, και άρχισε
να γράφει:
"Σήμερα κάποιος με ρώτησε γιατί δεν γράφω.
Κι εγώ δεν είχα τι να πω.
Αλλά τώρα θυμήθηκα.
Δεν γράφω γιατί όταν γράφεις, πρέπει να παραδεχτείς.
Πρέπει να πεις ότι φοβάσαι.
Ότι γέρασες πριν μεγαλώσεις.
Ότι τη μάνα σου δεν πρόλαβες να την πάρεις τηλέφωνο
τη μέρα που πέθανε.
Ότι αγάπησες μια γυναίκα που ήθελε να σωθεί, κι εσύ
απλά ήξερες να πνίγεσαι.
Δεν γράφω γιατί, όταν γράψεις, δεν μπορείς να το
ξεγράψεις."
Έμεινε να κοιτάζει τη σελίδα. Μετά την έσκισε.
Την τσαλάκωσε.
Την πέταξε στον κάδο.
Μετά ξανασήκωσε το καπάκι.
Την πήρε πίσω.
Την ίσιωσε όσο μπορούσε.
Την άφησε πάνω στο τραπέζι και είπε:
– Γαμώτο, Μπουκ. Έχεις δίκιο.
Έξω άρχισε να ψιχαλίζει.
Το ψυγείο σταμάτησε.