ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το Όραμα
Η πόλη του Leith1 ξυπνούσε εκείνο το
πρωινό υπό την επίμονη, σχεδόν
ερευνητική βροχή που θύμιζε περισσότερο
εξέταση ενός εξαντλημένου ασθενούς
παρά απλή κακοκαιρία. Οι δρόμοι γυάλιζαν σαν υγρές
σελίδες παλιάς καταγραφής, ενώ το φως διαχεόταν επάνω
στις πέτρινες προσόψεις, κάνοντάς τες να μοιάζουν
λιγότερο με αρχιτεκτονικά δημιουργήματα και
περισσότερο σαν αποτυπώματα μιας κάποτε ακμαίας
εποχής. Οι γερανοί στο λιμάνι—σιωπηλοί, αμετακίνητοι—
παρατηρούσαν την ημέρα με εκείνη την απάθεια που μόνο
ό,τι έχει δει πολλά μπορεί να διατηρήσει.
Τίποτε από αυτά, ωστόσο, δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία
εάν δεν υπήρχε το ασυνήθιστο θέαμα στην οδό Redrock:
ένα παλιό καζίνο, εγκαταλελειμμένο προ πολλού, μα
ξαφνικά ζωντανό εκ νέου, σαν εστία που άναψε χωρίς να
έχει καθαριστεί πρώτα η στάχτη της προηγούμενης
φωτιάς. Εκεί —σε αίθουσες που κάποτε φιλοξενούσαν
όνειρα μαθηματικά χαμένα— είχε συγκεντρωθεί μια
συντροφιά νέων και ανήσυχων ανθρώπων,
παρακινημένων από έναν άνδρα που, όπως θα φαινόταν
αργότερα, δεν αντιλαμβανόταν τα όρια ως σταθερές αλλά
ως προσωρινές ενοχλήσεις.
Τα τραπέζια της ρουλέτας και οι κουλοχέρηδες είχαν
αφήσει πίσω τους μνήμες παικτών που έρχονταν με την
πρόθεση να κερδίσουν και συνήθως έφευγαν έχοντας
χάσει περισσότερα απ’ όσα είχαν υπολογίσει. Η γεωμετρία
του χώρου δεν είχε αλλάξει. Απλώς είχε μεταμφιεστεί.
Εκεί όπου κάποτε η τύχη δοκιμαζόταν με κέρματα και
μοχλούς, τώρα δοκιμαζόταν με χρόνο, αντοχή και
συγκέντρωση.
Το καζίνο, με όλο το μαρμάρινο μεγαλείο του, είχε
μετατραπεί σε έναν παράδοξο συνδυασμό εργαστηρίου και
μηχανικού κοιτώνα. Στη θέση των παικτών στέκονταν
τεχνικοί, μηχανικοί υπολογιστών, προγραμματιστές και
γραφίστες — άνθρωποι έτοιμοι να ρισκάρουν, όχι πια
χρήματα, αλλά τον ίδιο τους τον ρυθμό ζωής. Οι σειρές
των υπολογιστών ακολουθούσαν, σχεδόν ειρωνικά, την
παλιά διάταξη των τραπεζιών, και οι άνθρωποι αυτοί
έμοιαζαν με παίκτες που είχαν μεταφέρει το στοίχημα από
την τύχη στη φιλοδοξία, πεπεισμένοι ότι αυτή τη φορά οι
πιθανότητες ήταν με το μέρος τους.
Στο επίκεντρο αυτού του αλλόκοτου τοπίου στεκόταν ο
Leon Baines—μια μορφή που έδινε την εντύπωση πως
δεν είχε έρθει απλώς να εργαστεί, αλλά να επιβεβαιώσει
κάτι που είχε ήδη αποφασίσει.
Ο Leon ήταν άνδρας ψηλός, με σώμα λεπτό αλλά
σφιγμένο, σαν να κρατούσε πάντοτε τον εαυτό του σε
ελεγχόμενη ένταση. Τα μαλλιά του, σκούρα και συνήθως
ατημέλητα με τρόπο που δεν έμοιαζε τυχαίος, πρόδιδαν
νύχτες αϋπνίας περισσότερο παρά αμέλεια. Τα μάτια του—
ψυχρά, γκρίζα ή ανοιχτά καστανά ανάλογα με το φως—
είχαν το βλέμμα ανθρώπου που κοιτάζει μέσα από τους
άλλους, όχι προς αυτούς. Ντυνόταν λιτά: σκούρα σακάκια,
απλά πουκάμισα, ρούχα πρακτικά αλλά επιλεγμένα με
προσοχή, σαν στολή που του επέτρεπε να μην αποσπάται
από το όραμά του. Δεν έδειχνε ποτέ κουρασμένος.
Έδειχνε, όμως, συχνά αποκομμένος από το βάρος που
προκαλούσε.
Η παρουσία του ήταν ήρεμη, σχεδόν αυστηρή, μα κάτω
από αυτήν διέκρινες μια ένταση που δεν έβρισκε εύκολα
διέξοδο. Αν κάποιος παρατηρούσε προσεκτικά τα μάτια
του, θα καταλάβαινε ότι δεν κοιτούσαν το παρόν, αλλά
ένα μέλλον τόσο καθαρό στο μυαλό του, που όλα τα
ενδιάμεσα στάδια φάνταζαν περιττά.
Οι νεοαφιχθέντες—προγραμματιστές, σχεδιαστές,
ηχολήπτες και μηχανικοί—προσπαθούσαν να
κατασταλάξουν στα καθήκοντά τους, όπως οι εξερευνητές
που μόλις έχουν πατήσει σε έδαφος το οποίο δεν έχει
ακόμη χαρτογραφηθεί. Υπήρχε ενθουσιασμός, υπήρχε
προσδοκία, αλλά υπήρχε και κάτι δυσδιάκριτο: μια
αδιόρατη ασυμμετρία ανάμεσα σε όσα υπόσχονταν οι
λέξεις και σε όσα θα μπορούσε πράγματι να αντέξει το
ανθρώπινο σώμα και πνεύμα.
Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τρεις μορφές που αργότερα θα
αποδεικνύονταν καθοριστικές: ο εσωστρεφής αλλά
μεθοδικός Ben Newton, η πρακτική και διορατική Mara
Pelson, και ο Isaac Hudd, άνθρωπος του ήχου, που
σκεφτόταν συχνά με τρόπους πιο κοντινούς στη μουσική
παρά στη λογική.
Ο Ben δεν ξεχώριζε με την πρώτη ματιά. Ήταν μέτριου
ύψους, με σωματότυπο που έδειχνε άνθρωπο καθισμένο
πολλές ώρες, όχι από αδυναμία αλλά από προσήλωση. Τα
μαλλιά του—συνήθως καστανά, συχνά απείθαρχα—
μαρτυρούσαν περισσότερο πρακτικότητα παρά
ματαιοδοξία, ενώ τα μάτια του είχαν εκείνη τη μόνιμη
εγρήγορση κάποιου που παρατηρεί συνεχώς, ακόμη κι
όταν σιωπά. Φορούσε απλά ρούχα: φούτερ, τζιν,
παπούτσια άνετα, σαν να ήθελε το σώμα του να μην του
ζητάει τίποτα επιπλέον. Η στάση του ήταν ελαφρώς
σκυφτή—όχι από έλλειψη αυτοπεποίθησης, αλλά από τη
συνήθεια να κουβαλά ευθύνες που δεν του είχαν ανατεθεί
επίσημα.
Η Mara είχε μέτριο ύψος αλλά σώμα γερό, όχι επιβλητικό
αλλά σταθερό—ένα σώμα που έμοιαζε να αντέχει πριν
ακόμη χρειαστεί. Τα μαλλιά της, συνήθως δεμένα
πρόχειρα, έδειχναν άνθρωπο που δεν σπαταλά χρόνο σε
περιττές τελετουργίες, ενώ τα μάτια της, καθαρά και
διαπεραστικά, είχαν τη σπάνια ικανότητα να εστιάζουν
ταυτόχρονα στο άτομο και στο σύνολο. Ντυνόταν
πρακτικά αλλά με σαφή προσωπικότητα: ρούχα άνετα,
συχνά σε σκούρες αποχρώσεις, που δεν τραβούσαν την
προσοχή αλλά δήλωναν παρουσία. Η κίνησή της ήταν
σίγουρη, χωρίς βιασύνη—η κίνηση ενός ανθρώπου που
έχει μάθει να κρατά ισορροπίες σε χώρους που απειλούν
να καταρρεύσουν.
Ο Isaac ήταν λεπτός, σχεδόν εύθραυστος στην πρώτη
εντύπωση, με ύψος μέτριο και ώμους που έμοιαζαν να
τραβιούνται προς τα μέσα όταν δεν ένιωθε ασφαλής. Τα
μαλλιά του, συνήθως μακριά και ακατάστατα, πλαισίωναν
ένα πρόσωπο πιο εκφραστικό απ’ όσο θα ήθελε—ένα
πρόσωπο που πρόδιδε κάθε συναισθηματική μετατόπιση.
Τα μάτια του, σκούρα και βαθιά, έμοιαζαν συχνά ότι
ακούνε περισσότερο απ’ όσο βλέπουν. Φορούσε
κουκούλες, φαρδιά φούτερ, ακουστικά σχεδόν μόνιμα
κρεμασμένα στον λαιμό ή στα αυτιά—σαν προστατευτικό
περίβλημα απέναντι σε έναν κόσμο υπερβολικά
θορυβώδη. Το σώμα του βρισκόταν πάντα ένα βήμα πιο
κοντά στον εσωτερικό του κόσμο απ’ ό,τι στον εξωτερικό.
Τρεις άνθρωποι που δεν συμμερίζονταν τις ίδιες
φιλοδοξίες, αλλά θα βρίσκονταν να κουβαλούν το ίδιο
βάρος.
Το όνομα του έργου που θα αναλάμβαναν ήταν:
Everyworld2.Ένα όνομα φιλόδοξο, σχεδόν υπερβολικό—
και ίσως γι’ αυτό απολύτως ακριβές.
Γιατί εκείνη η πρώτη ημέρα, τόσο ήσυχη στην όψη της,
δεν ήταν μια αρχή με την παραδοσιακή έννοια. Ήταν η
στιγμή που το στοίχημα είχε ήδη τεθεί, πολύ πριν κάποιος
αναρωτηθεί αν άξιζε να παιχτεί.