Ο Άγνωστος - Το χρονικό ενός χρόνου
Ταχατάκη Φωτεινή
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Ένας αέρας αλλιώτικος, πρωτόγνωρος, ζοφερός, έκανε τον
γύρο του νησιού ετούτο τ’ απόγευμα. Σαν θυμωμένο και πει-
σματάρικο μικρό παιδί, ήθελε να προκαλέσει αναστάτωση στο
πέρασμά του, να ξεσηκώσει ό,τι βρεθεί στο διάβα του και να
αναγκάσει τους κατοίκους του να μείνουν κλεισμένοι μες τα
σπίτια τους. Δεν ήταν αυγουστιάτικο μελτέμι, κανείς δεν τον
αναγνώριζε, λες και είχε δραπετεύσει από κάποιον παγωμένο
χειμώνα, θέλοντας να κάνει τη δική του επανάσταση μέσα στην
καρδιά του καλοκαιριού.
Ξεκίνησε από το ηφαίστειο της Θήρας, αγκάλιασε ένα ένα τα
βουνά, χάιδεψε βιαστικά το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία,
προσπέρασε τη μαγευτική Οία και το γραφικό Ημεροβίγλι για
να φτάσει γρήγορα στην πρωτεύουσα αυτού του τόπου, στα
επιβλητικά Φηρά. Εκεί όπου η απεραντοσύνη της καλντέρας
υποκλίνεται στην αρμονία της φύσης κάθε που αντικρίζει τα
κατάλευκα κτήρια σφηνωμένα μέσα στα βράχια.
Κι αφού διέσχισε με μένος τα όμορφα στενά σοκάκια, στα-
μάτησε μπροστά στο τελευταίο σπίτι του χωριού μέχρι που κό-
πασε ικανοποιημένος για τις καταστροφές που άφησε ξωπίσω
του.
Τι να ήταν αυτό, άραγε, που τον έκανε να ημερέψει; Ίσως η
ομορφιά της σαραντάχρονης γυναίκας που κατοικούσε εκεί ή
πιο πιθανό τα θλιμμένα της μάτια που καθρέπτιζαν την γκρίζα
της ψυχή... Μπορεί να τον παραξένεψε η δική της απαθής
στάση. Εν αντιθέσει με τον τρόμο που είδε νωρίτερα στα βλέμ-
ματα των άλλων κατοίκων του νησιού στην προσπάθειά τους
να προφυλαχθούν από την εισβολή του, εκείνη στεκόταν στο
ανοιχτό παράθυρο με μια κούπα ζεστό τσάι στα χέρια και κοι-
τούσε το κενό, θαρρείς και ήθελε να πάει κόντρα στη δική του
επανάσταση. Η μορφή της φάνταζε ονειρεμένη καθώς πλαι-
σιωνόταν από το βαθύ μπλε του γραφικού σπιτιού σε πλήρη
αρμονία με το χρώμα των ματιών της, σαν πίνακας ζωγραφικής
κάποιου ταλαντούχου καλλιτέχνη. Η αυλή της είχε υποστεί με-
γάλη ζημιά από το απρόσμενο πέρασμά του, μα εκείνη αψη-
φούσε τα πάντα γύρω της και απολάμβανε τη μαγευτική θέα
που είχε απέναντί της. Άλλο ένα πλοίο ζύγωνε στο παλιό λιμάνι
και έφερνε μαζί του κόσμο, χρήμα, αλλά καμία ελπίδα για την
ίδια.
Ο άνεμος υποκλίθηκε στη γαλήνια όψη της και αφού άφησε
ένα δροσερό χάδι στο μάγουλό της, αποχώρησε νικημένος. Τον
άγγιξε αυτό το βλέμμα? όχι δεν τη λυπόταν, θαυμασμός ήταν
αυτό που του προξένησε. Σίγουρα κάποια στιγμή στο μέλλον
θα επέστρεφε κοντά της και θα της έφερνε ένα δώρο. Η Ηλέ-
κτρα τον κοίταζε να ξεμακραίνει μα συνέχισε να σκέφτεται
όσα την απασχολούσαν.
Κούραση… Απογοήτευση… Ανία… Αυτά ήταν τα μόνα συ-
ναισθήματα που ένιωθε τον τελευταίο έναν χρόνο. Και ενίοτε
θυμό. Για τον άντρα της, για τον εαυτό της, για την ίδια τη ζωή.
Υπήρχαν στιγμές που νόμιζε πως θα πέσει σε κατάθλιψη. Της
έλειπε κάτι που θα την ανέβαζε ψυχολογικά, που θα της έδινε
νόημα, το κίνητρο να ξαναβρεί το παλιό της χαμόγελο, τον άλ-
λοτε χαρούμενο εαυτό της. Γιατί δεν ήταν πια ο εαυτός της, δεν
αναγνώριζε την ύπαρξή της. Κάποτε ήταν δυναμική, ανεξάρ-
τητη, ευτυχισμένη. Όχι τώρα πια. Πού να χάθηκε άραγε όλη
αυτή η ενέργεια; Η όρεξη για ζωή, τα όνειρα για το μέλλον...
Κινούνταν μηχανικά μέσα στο σπίτι χωρίς να έχει πια να πε-
ριμένει τίποτα κι από κανέναν. Η καθημερινότητά της είχε κα-
ταντήσει κάτι παραπάνω από ρουτίνα και όλα της φαίνονταν
άσκοπα. Τον τελευταίο καιρό αναπολούσε όλο και περισσό-
τερο τα παιδικά της χρόνια, τότε που ήταν ξένοιαστη και
χαρούμενη, δίχως να νοιάζεται για το τι θα μαγειρέψει για την
επόμενη μέρα, αν μεγαλώνει σωστά τους γιους της ή αν ο σύ-
ζυγός της είχε ερωμένη. Τα εφηβικά της προβλήματα πλέον της
φάνταζαν γελοία και θα έδινε τα πάντα για να βρισκόταν ξανά
ανάμεσα στα χτυποκάρδια με τους συμμαθητές της και στο άγ-
χος των μαθητικών εξετάσεων.
Η μόνη χαρά στη ζωή της ήταν τα δύο της παιδιά και αυτός
ήταν ο λόγος που έμενε ακόμα με τον άντρα της. Ταυτοχρόνως,
βέβαια, αυτά ήταν και ο λόγος της εξάντλησης που ένιωθε, η
ζωηράδα τους όταν ήταν μικρά πολλές φορές φλέρταρε απει-
λητικά με τα όριά της, ενώ τώρα που είχαν μεγαλώσει, ανησυ-
χούσε σοβαρά για το μέλλον τους. Προσπαθούσε πολύ συχνά
να σκέφτεται θετικά και να κάνει περισσότερη υπομονή, κά-
ποτε θα χάραζαν τον δικό τους δρόμο και θα μπορούσε κι
εκείνη να ζήσει πιο ελεύθερη, χωρίς να χρειάζεται να τρέχει
ανά πάσα στιγμή πίσω τους προλαβαίνοντας όλες τους τις επι-
θυμίες αλλά και χωρίς να ανησυχεί για τους κινδύνους που και-
ροφυλακτούσαν ανά πάσα στιγμή, όμως η πραγματικότητα την
ξεπερνούσε. Η ηρεμία της ψυχής της και οι μέρες ξεκούρασης
φάνταζαν ένα άπιαστο όνειρο και επέστρεφε στη θλίψη και την
απαισιοδοξία.
Της έλειπε ύπνος, της έλειπε μια φίλη να πει δύο κουβέντες,
της έλειπε ένας ώμος για να κλάψει, ένας άνθρωπος για να την
καταλάβει. Οι γονείς της ήταν μακριά και το μόνο που έκαναν
ήταν να την επιπλήττουν από το τηλέφωνο για το ότι έχει ανα-
θρέψει δύο κακομαθημένα παιδιά, εφόσον ποτέ δεν τους είπε
ένα όχι, με αποτέλεσμα να μην τη σέβονται και να εξαρτώνται
αποκλειστικά από την ίδια. Εκείνη όμως ήταν σίγουρη πως με-
γάλωνε τους γιους της με πολλή αγάπη. Από πότε η αγάπη ήταν
καταστροφική;
Το πρόγραμμά της προβλέψιμο και μονότονο από την ώρα
που θα ξυπνούσε το πρωί. Να φτιάξει το πρωινό τους, να ετοι-
μάσει τα αγόρια για το σχολείο, να προσπαθεί να παραβλέπει
το αδιάφορο βλέμμα του άντρα της, που βιαστικά μέσα σε ένα
μόνιμο άγχος πάλευε να είναι καθημερινά στην ώρα του στις
δουλειές του… Μεγάλη ανακούφιση όταν έκλεινε η πόρτα
επιτέλους πίσω του. Τότε έβγαινε αβίαστα το χαμόγελό της και
το χάριζε απλόχερα στους δυο της αγγέλους. Εισέπραττε από
ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο πριν αποχωρήσουν, και κατέληγε
μόνη σε ένα αρκετά μεγάλο σπίτι να καταπιάνεται με το νοικο-
κυριό του που τόσο την είχε κουράσει.
Τα ήθελε όλα διαφορετικά, αλλιώς τα είχε ονειρευτεί τότε
που παντρεύτηκε τον Στάθη. Ο πρώτος της έρωτας, ο
μοναδικός, ο ένας, ο απόλυτος. Έτσι νόμιζε, αυτό πίστευε.
Ποτέ μέσα στα είκοσι χρόνια που έζησε μαζί του δεν είχε πε-
ράσει από το μυαλό της πως κάποια στιγμή τα συναισθήματά
της θα έσβηναν ή μάλλον πιο σωστά θα μετατρέπονταν, από
αγάπη σε αγγαρεία, από έρωτα σε συμβιβασμό, από λαχτάρα
σε υποταγή. Υποταγή όχι σε εκείνον, αλλά στις καταστάσεις.
Ναι, αυτό ήταν τελικά, υποταγμένη στη μοίρα της να θάψει
μια μέρα τα θέλω της για χάρη των παιδιών της, να μην τα κα-
κοκαρδίσει, να μην τους κολλήσει τη ρετσινιά: παιδιά χωρι-
σμένων γονιών. Έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν κρίσιμη αυτή η
φάση στη ζωή τους, κομβική για το μέλλον τους. Μία χρονιά
έμενε μόνο και ύστερα θα άνοιγαν τα φτερά τους για να πετά-
ξουν μακριά της. Ο Νικόλας της, ο πρωτότοκος, είχε βάλει
στόχο το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών για να αναλάβει
αργότερα τις επιχειρήσεις του πατέρα του, ενώ ο Αλέξης, ο
κατά τρία λεπτά μικρότερος αδερφός του, την Αρχιτεκτονική
στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Τα πάντα είχαν σχεδιαστεί με σα-
φήνεια. Θα έμεναν αρχικά για λίγο καιρό στο πατρικό της στο
Περιστέρι μαζί με τους γονείς της και στη συνέχεια θα έβρι-
σκαν ένα σπίτι κοντά στην Πανεπιστημιούπολη για να μην τα-
λαιπωρούνται με τις συγκοινωνίες. Θα ταξίδευε κι εκείνη κο-
ντά τους μία φορά την εβδομάδα για να καθαρίζει τον χώρο και
να τους εφοδιάζει τα ντουλάπια και το ψυγείο τους, κι ύστερα;
Θα επέστρεφε και πάλι πίσω στα ίδια και τα ίδια… Σε ένα
άδειο σπίτι, σε μία άδεια ζωή, να παλεύει με τον χρόνο που
μόνο ως σύμμαχο δεν μπορούσε να τον αισθανθεί. Να παλεύει
με τις υποψίες της… Αβάσιμες; Δεν ήξερε αλλά σίγουρα θα
μάθαινε, θέμα χρόνου ήταν. Η ουσία δεν ήταν τι πίστευε, αλλά
τι ένιωθε. Και το ένιωθε. Και τώρα όπως και τότε, πριν από
επτά χρόνια. Μύριζε το άρωμά της πάνω του, έβλεπε τα σημά-
δια της στο κορμί του κι ας μην ήταν ορατά, εκείνη μπορούσε
να τα δει. Μα τότε ήταν αλλιώς, εκείνη ήταν αλλιώς, δεν μπο-
ρούσε να διανοηθεί τον εαυτό της μακριά του και σιωπούσε.
Ήταν ερωτευμένη, εξαρτημένη συναισθηματικά, κρεμάμενη
ολοκληρωτικά επάνω του και το μόνο που μπορούσε να κάνει
ήταν να περιμένει να τελειώσει από μόνο του όλο αυτό το μαρ-
τύριο. Και τελείωσε, σχετικά γρήγορα, ποτέ δεν έμαθε το πώς
και το γιατί, όμως σε λίγους μόνο μήνες είδε και πάλι τον Στάθη
να στρέφει από την αρχή το ενδιαφέρον του σε εκείνη και τα
άφησαν όλα πίσω τους χωρίς να έχει ειπωθεί μεταξύ τους το
παραμικρό για αυτή του την απιστία. Τώρα όμως μεγάλωσε,
ωρίμασε, δεν επέτρεπε πια στον εαυτό της άλλη ανοχή. Δε θα
έκανε ξανά τα ίδια λάθη, όμως αυτή τη φορά ήταν στη μέση τα
παιδιά της και προτεραιότητα είχε η ψυχική τους ισορροπία.