Αγάπα, ρε γαμώτο
Βαρδάκης Γιάννης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


1. Το στηθαίο
Ο αέρας στο Λυκαβηττό έχει κάτι από θαλασσινό αλάτι που έχασε
το δρόμο του και κόλλησε πάνω στα πεύκα. Από κάτω, η Αθήνα
απλώνεται, απέραντη θάλασσα από σπασμένα γυαλιά. Από εδώ
ψηλά, ο κόσμος μοιάζει μικρός, σιωπηλός, μακρινός, σαν να έχει
κοπεί κάθε δεσμός του με τη ζωή. Το φως του σταθμού τηλεπικοι-
νωνιών τρεμοπαίζει, μοναδικός παλμός σε έναν τόπο που ανασαίνει
μόνο από συνήθεια.
Είναι πια αργά για τουρίστες, έχουν φύγει κι αυτά τα τελευταία
ζευγάρια αφήνοντας το χώρο άδειο. Ένα σκυλί κάνει κύκλους και
δεν αποφασίζει πού ν’ αράξει. Ο Άγιος Γεώργιος ξεχωρίζει μέσα στη
νύχτα. Ασβεστωμένο εκκλησάκι του δεκάτου ογδόου, δεκάτου ενά-
του αιώνα. Στέκει σαν ράμμα που κρατάει ενωμένο το ύφασμα της
πόλης με το παρελθόν της. Λένε πως κάποτε υπήρχε εδώ βυζαντινό
προσκυνητάρι και, λίγο πιο πίσω, ίχνη ναού του Διός. Το βλέμμα
του Μάριου σταματά πάνω του για λίγο, σαν να ψάχνει μια μικρή
φλόγα, κάτι που θα του θυμίζει πίστη ή λύτρωση. Τώρα, αυτό το
ύψωμα δε θυμίζει τόπο ιερό αλλά προμαχώνα ανάμεσα στη γη και
στο τίποτα.
Στέκεται μπροστά στο στηθαίο, σχεδόν ακουμπισμένος στην
άκρη, με τα χέρια βαθιά στις τσέπες ενός ξεθωριασμένου τζιν και το
σώμα γερμένο προς τα κάγκελα. Φοράει ένα ανοιχτόχρωμο πουκά-
μισο με τσέπη μπροστά, ιδρωμένο από την ανηφόρα, και παπούτσια
παλιά αθλητικά σκονισμένα από το μονοπάτι. Πρόσωπο σκαμμένο
από άυπνες νύχτες, γενειάδα απεριποίητη και μάτια κόκκινα απ’
την κούραση πλανιούνται πάνω από μια πόλη που δεν τον βλέπει.
Είναι γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ο Μάριος σκέφτεται
πως ίσως κάποτε, αυτή την ίδια ώρα, να στάθηκε ξανά εδώ χωρίς να
το θυμάται. Είναι ένα βράδυ Κυριακής που κουβαλά όλη την υγρα-
σία του Αυγούστου. Ξεφυσά βαριά, το βλέμμα του γλιστρά προς
τη μύτη του παπουτσιού, και για μια στιγμή το σώμα γέρνει ακόμα
λίγο. Στο στήθος του ανάβει, γνώριμο κάψιμο, την ίδια στιγμή που
μια ριπή αέρα σηκώνει τη σκόνη και κάνει τα πεύκα να ψιθυρίσουν.
Δεν ξέρει αν ανέβηκε με τα πόδια από την Πλουτάρχου ή χώ-
θηκε στο τελεφερίκ για να γλιτώσει τον ανήφορο. Και τώρα στέκει
κοιτώντας το κενό, να φαντάζεται πώς θα ήταν αν άφηνε το βάρος
του να πέσει. Η σκέψη του πλάθει την πτώση σε αργή κίνηση.
Φώτα που μεγαλώνουν. Αέρας που σχίζεται δίπλα στ’ αυτιά. Το
μυαλό του γυρνάει, γλιστράει σε κύκλους που στενεύουν, κι οι ίδιες
ερωτήσεις τον χτυπούν με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό:
«Θα πονέσει; Αν μετανιώσω στον αέρα; Αν μείνω μισός; Σπα-
σμένος; Ανάπηρος; Ποιος θα με βρει; Ποιος θα με θυμάται; Δεν ξέρω
αν αντέχω να μείνω».
Κι όμως, κάτι μέσα του δεν έκανε το τελευταίο βήμα. Μια φωνή
τού έλεγε «όχι ακόμα». Δεν την άκουγε καθαρά, αλλά ήταν εκεί.
Έριξε μια ματιά γύρω του, σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε πια κα-
νείς, μόνο το μαύρο σκυλί που τελικά αποφάσισε να κουλουριαστεί
λίγο πιο πέρα. Η μοναξιά του χώρου είχε σφραγίσει τη στιγμή κα-
λώντας τον να πάρει την τελική απόφαση.
Απ’ τον λαιμό του κρέμεται ακόμα το μενταγιόν της Άννας.
Εκείνη του το ’δωσε, όταν πέρασε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Του
είχε πει: «Μάθε τις λέξεις, Μάριε, για να μην ξεμένεις ποτέ από
φωνή».
Ο Μάριος σηκώνει αργά το ένα του πόδι και το περνάει πάνω
από το κάγκελο του στηθαίου. Το σάπιο μέταλλο τρίζει ελαφρά, το
χέρι του σφίγγει με δύναμη την κρύα μπάρα. Η καρδιά του χτυπά-
ει, και κάθε παλμός της είναι πλέον ο μόνος ήχος που αντηχεί στ’
αυτιά του. Το δεύτερο πόδι του ετοιμάζεται να περάσει πάνω από
το κάγκελο, στο χιλιοστό του δευτερολέπτου πριν το σημείο χωρίς
επιστροφή.
«Από ψηλά όλα μοιάζουν πιο ήσυχα» ακούστηκε μια φωνή
πίσω του, καθαρή και ήρεμη.
Ο Μάριος τινάχτηκε, γύρισε οργισμένος και είδε έναν περίεργο
τύπο.
«Ποιος, στο διάολο, είσαι εσύ; Φύγε!» Το πρόσωπό του έχει
κοκκινίσει, οι φλέβες στο λαιμό του πετάγονταν. «Δε σε ξέρω, δε
σε θέλω, και δεν έχω ανάγκη από τις μαλακίες σου!»
«Εντάξει. Θα φύγω. Αλλά πρώτα πες μου... γιατί εδώ; Γιατί
τώρα;»
«Τι σε νοιάζει εσένα; Τι σε νοιάζει για μένα, τη ζωή μου, τα προ-
βλήματά μου;» ρώτησε σηκώνοντας τα χέρια απελπισμένα. «Όλοι
το ίδιο! «Πες μου τι έχεις», «θα τα βρούμε», «όλα θα πάνε καλά»!
ΔΕ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ! Τίποτα δεν πάει καλά!»
Έκανε μισό βήμα πίσω φέρνοντας ξανά το πόδι του μέσα από
το στηθαίο. Μερικά δευτερόλεπτα πριν, είχε βεβαιωθεί πως ήταν
ολομόναχος. Αναρωτήθηκε πώς του είχε ξεφύγει κάποιος μέσα στη
σιωπή. Και μαζί τον έπνιξε μια αίσθηση ντροπής γι’ αυτό που μόλις
είχε επιχειρήσει. Ο άγνωστος άρχισε να τον πλησιάζει αργά.
«Πώς με λένε;» ρώτησε μόνος του, σπάζοντας τη σιωπή.
«Δε σε ρώτησα» είπε κοφτά ο Μάριος.
«Το ξέρω. Πάντως… Ανέστης».
Κι ο Μάριος άρχισε να τον παρατηρεί, βλέποντάς τον καθαρά για
πρώτη φορά. Φορούσε ξεθωριασμένο μπλουζάκι, σκισμένο τζιν. Μια
φιγούρα κοινή. Κι όμως, τα μάτια του... ήταν αλλόκοτα. Δεν μπορού-
σε να ξεκαθαρίσει αν ήταν γκρι ή μπλε. Το μούσι του ατημέλητο. Τα
μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Ανάκατα, με τούφες να κολ-
λάνε στο μέτωπο, αψηφώντας κάθε προσπάθεια τάξης ή φιγούρας.
Το πρόσωπό του αυστηρό και παράξενα οικείο μαζί. Έντονες γωνί-
ες, πεταχτά ζυγωματικά, και μάτια βαθιά, ίσως μπλε τελικά, που
έμοιαζαν να κρατούν μέσα τους την κούραση αιώνων αλλά και μια
σπίθα που ταράζει όποιον τολμήσει να τα κοιτάξει βαθιά.
Ο Μάριος προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε ακούσει βήματα. Τί-
ποτα. Κι όμως, ο άντρας στεκόταν εκεί. Ο μαύρος σκύλος, που πριν
κουλουριαζόταν πιο πέρα, πλησίασε διστακτικά και βολεύτηκε στα
πόδια τους. Ο Ανέστης τον κοίταξε και χαμογέλασε τρυφερά.
«Μάλλον ήθελε, κι αυτός, παρέα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ, τέ-
τοια ώρα;» ρώτησε ο Ανέστης.
«Τίποτα… μια βόλτα» απάντησε κατεβάζοντας το βλέμμα.
«Στις δύο παρά κάτι;» τον ρώτησε με δυσπιστία.
«Ε, έχει ωραία θέα».
«Έχει» συμφώνησε ο Ανέστης. «Και δεν κοστίζει τίποτα».
«Δεν πήρα τελεφερίκ».
«Ε, τότε, τρία σε ένα. Και τζάμπα, και άσκηση, και θέα».
Ο Μάριος χαμογέλασε άθελά του, μα το ίδιο του το χαμόγε-
λο τον ξάφνιασε. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε γελάσει;
Η σκέψη τον διαπέρασε στιγμιαία. Έκανε ένα βήμα μακριά από
το στηθαίο, σχεδόν ασυναίσθητα. Έτριψε τα μπράτσα του για να
ζεσταθεί. Ο αέρας είχε ψυχράνει, κι ας ήταν Αύγουστος.
«Ξέρεις τι μου αρέσει εδώ;» είπε ο Ανέστης ρίχνοντας μια ματιά
στην πόλη. «Εδώ, στον Άγιο Γεώργιο, παντρεύονται, βαφτίζουν,
κάνουν τάματα. Κάποιοι χαράζουν τα ονόματά τους στα κάγκελα.
Κακό για τα κάγκελα, καλό για να θυμάσαι ότι πέρασες. Μ’ αρέσει
που το εκκλησάκι δεν μοιάζει αρχαίο. Κι όμως, πατάει σε αρχαίες
μνήμες».
«Εγώ, πάλι, τη βλέπω αλλιώς. Σαν τηλεόραση χωρίς ήχο, που
παίζει βουβές εικόνες» απάντησε ο Μάριος σέρνοντας το παπούτσι
του στο χαλίκι.
Μέσα στη σιωπή, φτάνουν οι ήχοι της πόλης. Ένα μηχανάκι
που μαρσάρει σε ανηφόρα, ένας κάδος που τον σέρνουν, μια σειρήνα
ασθενοφόρου ή πυροσβεστικής, κάπου μακριά.
«Τι δουλειά κάνεις;» ρώτησε τελικά.
«Ό,τι χρειάζεται κάθε φορά», απάντησε ο Ανέστης με ένα ήσυ-
χο χαμόγελο. «Σήμερα; Συντροφιά».
«Δεν χρειάζομαι συνοδό» είπε κοφτά ο Μάριος.
«Καλά. Αλλά αφού ήρθα… Ας μην πάει χαμένη τόση ανάβαση».
Ο Μάριος έσκυψε κι έπιασε μια πέτρα κοιτάζοντας την Αθήνα.
Τη γύρισε στα δάχτυλα και την άφησε να πέσει κάτω.
«Ξέρεις… Δεν ανέβηκα για βόλτα. Απόψε κοίταξα πολλές φο-
ρές κάτω από το στηθαίο».
Ο Ανέστης έμεινε σιωπηλός για λίγο, αφήνοντάς τον να ακου-
στεί μέσα στη νύχτα.
«Και;»
«Και… Δεν ξέρω».
Ο Μάριος κατέβασε το βλέμμα του. Έσπρωξε μια πευκοβελό-
να με τη μύτη του παπουτσιού. Μια φευγαλέα σκέψη πέρασε απ’ το
μυαλό του. Οι σκιές από τις κεραίες πίσω τους έφτιαχναν πάνω στο
χαλίκι περίεργα σχήματα, σταυρούς, τεθλασμένες γραμμές. Πριν
μιλήσει, δίστασε.
«Ξέρεις τι άλλο μ’ ενοχλεί;» ρώτησε ξαφνικά ο Μάριος. «Ότι
η πόλη συνεχίζει».
«Η πόλη δεν προσποιείται. Απλώς δουλεύει υπερωρίες στην
άρνηση».
Ο Μάριος τον κοίταξε σκεφτικός.
«Κι εγώ;» ρώτησε ξανά.
«Εσύ… Εσύ έχεις σταθεί στο “παύση”. Όχι στο “τέλος”. Με
πιάνεις;»
«Όχι» παραδέχτηκε ο Μάριος με μια κίνηση του κεφαλιού
του, σχεδόν παιδική.
Ο Ανέστης σώπασε για λίγο. Ύστερα κοίταξε το Μάριο και τον
ρώτησε: «Και τώρα, αλήθεια, γιατί είσαι εδώ;».
Ο Μάριος δίστασε. Γιατί να τ’ ομολογήσει σ’ αυτόν, τον άγνω-
στο; Κοίταξε το πρόσωπό του, έψαξε για κάτι που θα του μαρτυρού-
σε αν μπορεί να εμπιστευτεί αυτόν τον άνθρωπο.
«Ήρθα να τελειώσω. Για μένα. Για όλα. Δεν ξέρω αν θα το
κάνω… αν θα το έκανα, όμως αυτό σκεφτόμουν όταν ανέβηκα»
απάντησε λες κι έβγαζε ένα αγκάθι από μέσα του.
Η φωνή του τρεμουλιαστή, σχεδόν δεν ακουγόταν, αλλά τα λό-
για έμειναν να αιωρούνται βαριά. Για λίγο, οι δυο άντρες κοίταξαν
το ίδιο σημείο στο βάθος της Πρωτεύουσας, χωρίς να βλέπουν το
ίδιο πράγμα.
«Πόσες φορές έχεις ανέβει;» ρώτησε ο Ανέστης.
«Αρκετές. Από μικρός. Με έφερνε ο πατέρας μου να δούμε τα
φώτα ώς τη θάλασσα. Κάποτε ανεβήκαμε με το τελεφερίκ, μόνο
και μόνο για να πει ότι μπήκαμε στο τρενάκι που σκαρφαλώνει στο
βουνό».
«Κι απόψε;»