Ο Γαλάζιος Κότσυφας
Βαμβακούσης Χαράλαμπος
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Διάβασα κάπου πως η λύτρωση έρχεται με τον θάνατο. Μια
φράση απλή, σχεδόν παρηγορητική. Προσπάθησα να την
καταλάβω. Να τη στριμώξω σε λέξεις που βγάζουν νόημα. Μα
όσο κι αν την γύριζα στο μυαλό μου, πάντα κατέληγα στο ίδιο
ερώτημα, επίμονο σαν πληγή που δεν κλείνει.
Λύτρωση για ποιον;
Για εκείνον που φεύγει ή για εκείνον που μένει πίσω να μετρά
απουσίες;
Ο καιρός είναι βροχερός σήμερα. Σαν να συμφωνεί με το
τελετουργικό. Ο κόσμος που σε συνοδεύει λίγος, όσο πρέπει για
να μη φαίνεται άδειο το τέλος σου, μα όχι αρκετός για να το
γεμίσει. Στις πρώτες γραμμές οι πιο δικοί σου στέκονται
αγέρωχοι, με μάτια κόκκινα και στόματα σφιγμένα. Καταπίνουν
όσα δεν τόλμησαν ποτέ να σου πουν όσο ζούσες. Λίγο πιο
πίσω, ψίθυροι. Λέξεις μισές, κομμένες, ξένες. Η σιωπή βαραίνει
περισσότερο όταν τη σπάνε όσοι δεν σε γνώρισαν πραγματικά.
Ο δρόμος τελειώνει. Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Στο
τέλος του θα σταθούν όλοι γύρω σου, σαν κύκλος που κλείνει
αργά και αμετάκλητα. Θα ακουστούν λόγια συγχώρεσης.
Λόγια μεγάλα, που κανείς δεν ξέρει αν δικαιούται να πει. Και
όλοι θα γίνουν μάρτυρες. Όχι της ζωής σου αλλά του τέλους
σου.
Δύο σχοινιά θα κάνουν όλη τη δουλειά. Τίποτα ηρωικό.
Τίποτα συγκινητικό. Θα τυλίξουν το ξύλο που σε κρατά και θα
αρχίσουν την κάθοδο. Αργά. Σταθερά.
Χωρίς δισταγμό. Έτσι τελειώνουν όλα. Όχι με θόρυβο,
αλλά με ακρίβεια.
Λίγο χώμα. Μερικά λουλούδια, συνήθως λάθος επιλογής.
Και ένα αντίο που κανείς δεν εννοεί στ’ αλήθεια.
Μετά, ο καφές της παρηγοριάς. Αυτός που υποτίθεται πως
μαλακώνει την απώλεια, μα απλώς τη σπρώχνει λίγο πιο βαθιά.
Όλοι έχουν να πουν μόνο καλά λόγια. Πάντα τα ίδια. Σαν να
τα διάβασαν από κατάλογο. Μα πόσο σε ήξεραν; Πόσοι είδαν
τα σκοτεινά σου πρόσωπα; Πόσοι έμειναν όταν δεν ήσουν ο
στοργικός πατέρας, αλλά ο άνθρωπος που πλήγωνε; Ή μήπως
κράτησαν μόνο εκείνη την εκδοχή σου που τους βόλευε να
θυμούνται;
Η βροχή δυναμώνει. Πέφτει βαριά, επίμονα, σαν να θέλει
να σβήσει ίχνη. Ένας ηλικιωμένος δίπλα μου σκουπίζει τα
μάτια του και ψιθυρίζει.
«Σήμερα κλαίει κι ο Θεός που έφυγες».
Ίσως.
Ίσως ο Θεός κλαίει για να ξεπλύνει το σφάλμα του. Ίσως πάλι
να ετοιμάζει μια πλημμύρα. Να σβήσει ό,τι απέτυχε. Να δώσει
την ψευδαίσθηση μιας νέας αρχής σε όσους μένουν πίσω.
Μα τα τραύματα δεν ξεπλένονται. Ούτε με βροχές, ούτε με
προσευχές, ούτε με όλο το νερό του κόσμου.
Ο κόσμος φεύγει σιγά σιγά. Μαζί του φεύγω κι εγώ.
Όχι λυτρωμένος.
Όχι πιο ελαφρύς.
Μόνος. Με την απουσία σου να φωλιάζει μέσα μου και να
καταστρέφει, μέρα τη μέρα, τη ζωή μου.

«Ναι; Ποιος είναι;»
«Κυρία Αλίκη, καλημέρα… Συγγνώμη που ενοχλώ τόσο
νωρίς, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να έρθετε. Ο μπαμπάς σας
δεν είναι καλά.»
Η λέξη μπαμπάς έπεσε βαριά.
«Δεν ενοχλείς. Τι σημαίνει “δεν είναι καλά”;»
«Από χθες το απόγευμα έχει υψηλό πυρετό. Του έδωσα
αντιπυρετικά, αλλά δεν αντιδρά. Φοβάμαι.»
Η Αλίκη σώπασε για λίγο. Σαν να ζύγιζε κάτι περισσότερο
από μια απόφαση.
«Μόλις ξημερώσει για τα καλά, χτύπησε το κουδούνι του
κυρίου Δημήτρη που μένει στον τρίτο στην διπλανή
πολυκατοικία. Ήταν γιατρός πριν συνταξιοδοτηθεί. Να τον δει.
Να μας πει τι βλέπει. Μόλις τελειώσει, πάρε με. Ή ζήτα του να
με καλέσει ο ίδιος. Θα περιμένω.»
«Εντάξει, κυρία Αλίκη… συγγνώμη που σας αναστατώνω
τέτοια ώρα, αλλά νιώθω πως κάτι δεν πάει καλά. Όλο το
βράδυ παραμιλούσε στον ύπνο του. Δεν ήταν απλές λέξεις, σαν
αυτές που λένε οι άνθρωποι όταν έχουν πυρετό. Ήταν ικεσίες.
Όλο το βράδυ παρακαλούσε κάποιον, δεν ξέρω ποιον, να του
δώσει λίγο χρόνο ακόμα. Έλεγε πως πρέπει να προλάβει. Πως
έχει πράγματα να πει.»
«Λόγια του πυρετού είναι αυτά», απάντησε τελικά, πιο
απότομα απ’ όσο ήθελε. «Μην ανησυχείς. Περιμένω
τηλέφωνο.»
Και το τηλέφωνο έκλεισε, αφήνοντας πίσω του μια σιωπή
που προμήνυε πως τίποτα δεν θα είναι απλό από εδώ και πέρα.
Η Αλίκη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Υπήρχε κάτι στη φωνή της
γυναίκας που δεν της άρεσε. Όχι πανικός. Κάτι χειρότερο.
Βεβαιότητα.
Η φράση “να προλάβει να πει” έμεινε να αιωρείται στο μυαλό
της, σαν βάρος που δεν έβρισκε πού να καθίσει.
«Τι έγινε; Ποιος ήταν;»
Η φωνή του συντρόφου της την έφερε πίσω στο δωμάτιο.
«Η γυναίκα που προσέχει τον μπαμπά μου. Έχει ανεβάσει
υψηλό πυρετό και ανησυχεί. Θα τον δει ένας συνταξιούχος
γιατρός που μένει εκεί κοντά. Μετά θα με πάρει.»
«Υπάρχει περίπτωση να χρειαστεί να κατέβεις Αθήνα;» τη
ρώτησε διστακτικά. «Είναι λίγο δύσκολο να σε ακολουθήσω…
ειδικά αυτή την εβδομάδα που στη δουλειά γίνεται χαμός.»
Η Αλίκη τον κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να απαντήσει.
Δεν θύμωσε. Απλώς ένιωσε για άλλη μια φορά πόσο μόνος
μπορεί να είναι κανείς ακόμη και δίπλα σε κάποιον.
«Αν χρειαστεί, θα κατέβω μόνη μου. Μην ανησυχείς.»
«Ρε μωρό μου, γιατί θυμώνεις τώρα; Ξέρεις πόσο δύσκολα
περνάω εκεί μέσα.»
«Δεν θυμώνω», είπε ήρεμα. «Απλώς… ώρες ώρες δεν σε
καταλαβαίνω.»
«Γιατί το λες αυτό;»
Η Αλίκη άνοιξε το στόμα να μιλήσει, μα το ξαναέκλεισε.
Πώς να του εξηγήσει κάτι που ούτε η ίδια μπορούσε να
ξεκαθαρίσει μέσα της;
«Άστο. Δεν έχει σημασία. Πρέπει να σηκωθώ να
ετοιμαστώ. Θα πεταχτώ μέχρι το μαγαζί για κάτι
εκκρεμότητες. Αν έχω κάποια ενημέρωση, θα σε καλέσω.»
«Ειλικρινά, δεν σε καταλαβαίνω. Είναι η δουλειά μου.»
«Το ξέρω», απάντησε. «Είναι η δουλειά σου και καλά
κάνεις. Θα χρειαστείς το μπάνιο; Γιατί θα καθυστερήσω.»
«Όχι, μπες.»
«Ωραία… σε ευχαριστώ.»
Στάθηκε κάτω από το ντους χωρίς να κουνιέται. Το νερό
έτρεχε, μα δεν κατάφερνε να ξεπλύνει τίποτα από μέσα της.
Έκλεισε τα μάτια και είδε τον πατέρα της όπως ήταν πάντα
στο μυαλό της. Ακλόνητος, παρών, βράχος.
Μην είναι τίποτα σοβαρό, μπαμπάκα μου.
Δεν είμαι έτοιμη.
Όχι τώρα.
Δεν ζήτησε ποτέ πολλά από τη ζωή. Μόνο εκείνον. Μόνο
να υπάρχει. Όπως πάντα.
Βγήκε από το μπάνιο, ντύθηκε και έφυγε χωρίς να κοιτάξει
πίσω. Όχι από αδιαφορία. Από φόβο. Αν καθυστερούσε έστω
και λίγο, ένιωθε πως θα λύγιζε.
Το κομμωτήριο ήταν δικό της, μα στην πραγματικότητα
ήταν και δικό του. Χωρίς τον μπαμπά της δεν θα υπήρχε
τίποτα απ’ όλα αυτά. Την είχε στηρίξει όταν όλα κατέρρεαν.
Ακόμη και τότε που έχασε τη μητέρα της. Εκείνη την περίοδο
είχε πιστέψει πως όσο υπάρχει ο πατέρας της, δεν υπάρχει
πραγματική απώλεια.
Μόλις μπήκε στο κατάστημα, το κινητό της άρχισε να
χτυπά. Το στομάχι της σφίχτηκε πριν καν το σηκώσει.
«Έχω τον γιατρό δίπλα μου και θέλει να σας μιλήσει. Να
σας τον δώσω;»
«Ναι. Σας παρακαλώ.»
«Καλημέρα, Αλίκη, ελπίζω να είσαι καλά.»
«Καλημέρα, κύριε Δημήτρη. Είμαι… καλά. Απλώς
αγχωμένη.»
«Ο μπαμπάς σου είναι πολύ αδύναμος. Ο οργανισμός του
φαίνεται εξαντλημένος. Καλό θα ήταν να μεταφερθεί σε
νοσοκομείο.»
«Ναι. Κάντε ό,τι χρειάζεται. Θα έρθω μέσα στη μέρα.»
«Υπάρχει όμως ένα θέμα. Αρνείται οποιαδήποτε
μετακίνηση.»
Η καρδιά της βούλιαξε, μα χαμογέλασε αμυδρά.
«Ξεροκέφαλος όπως πάντα. Δώστε μου, σας παρακαλώ, να
του μιλήσω.»
«Καλημέρα, Αλίκη μου. Τι κάνεις;»
Η φωνή του ακουγόταν πιο αδύναμη απ’ όσο την θυμόταν.
Και για πρώτη φορά πέρασε από το μυαλό της μια σκέψη που
δεν είχε τολμήσει ποτέ να κάνει.
Κι αν αυτός ο χρόνος που ζητά… είναι ο τελευταίος;
«Το μόνο που θέλω από εσένα είναι να έρθεις εδώ.
Υπάρχουν κάποια πράγματα που ήρθε η ώρα να μοιραστώ μαζί
σου.»
Η Αλίκη έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της. Η φωνή του
είχε κάτι διαφορετικό. Όχι φόβο. Κάτι πιο οριστικό.
«Θα έρθω. Αλλά θα πας στο νοσοκομείο.»
«Αλίκη… δεν υπάρχει αρκετός χρόνος. Το νιώθω. Και γι’
αυτό σε παρακαλώ, έλα να με βρεις.»
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. Ένιωσε θυμό.
Όχι απέναντί του, απέναντι στην ιδέα πως εκείνος μπορούσε
να ξέρει κάτι που η ίδια αρνιόταν να δεχτεί.
«Μπαμπά, τι ασυναρτησίες είναι αυτές που λες; Ο πυρετός
σε κάνει να μιλάς έτσι. Κάνε, σε παρακαλώ, αυτό που λέει ο
κύριος Δημήτρης και θα έρθω κι εγώ μέσα στη μέρα.»
«Δεν πάω πουθενά. Σε περιμένω εδώ. Αν θέλεις, έλα. Σε
αφήνω.»
Η φωνή του δεν σήκωνε άλλη κουβέντα.
«Μπαμπά… θα σταματήσεις να κάνεις σαν μωρό;»
Η γραμμή έκλεισε.
Ο ήχος του τερματισμού αντήχησε στ’ αυτιά της σαν τον
ήχο καρδιογραφήματος που ισιώνει απότομα. Σαν τη στιγμή
που όλα σταματούν και κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί. Τα
μάτια της γέμισαν δάκρυα πριν προλάβει να το καταλάβει.
Χωρίς να σκεφτεί, σχημάτισε ξανά τον αριθμό του. Μία
φορά. Δύο. Τρεις.
Η κυρία που τον πρόσεχε απάντησε. Την παρακάλεσε να του
δώσει το τηλέφωνο. Η απάντηση ήρθε χαμηλόφωνα, σχεδόν
ντροπιασμένη.
Δεν ήθελε να μιλήσει. Αρνιόταν πεισματικά.
«Πες του ότι έρχομαι», είπε κοφτά. «Το απόγευμα θα είμαι
εκεί. Και το καλό που του θέλω να έχει μια πολύ καλή
δικαιολογία που δεν θέλει να μου μιλήσει.»
Έκλεισε και, πριν προλάβει να σκεφτεί δεύτερη φορά,
κάλεσε τον σύντροφό της.
«Ξεκινάω για Αθήνα. Αν χρειαστώ κάτι, θα σε
ενημερώσω.»
«Μου έχεις θυμώσει;»
Η Αλίκη πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν είχε πια ενέργεια για
εξηγήσεις.
«Δεν έχω καμία διάθεση να ασχοληθώ με τη συμπεριφορά
σου αυτή τη στιγμή. Θα τα πούμε.»
«Το συνεχίζεις, ε;»
«Τίποτα δεν συνεχίζω. Ελπίζω μόνο κάποτε να καταλάβεις
πως στη ζωή πρέπει να μάθουμε να δίνουμε τις σωστές
προτεραιότητες. Σε αφήνω.»