Αθήνα, Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 1980
Η νύχτα ήταν στα σπάργανά της όταν η νεαρή γυναίκα άνοιξε τη μικρή
πλαϊνή αυλόπορτα της κρυμμένης από πανύψηλους τοίχους βίλας και
βγήκε στον έρημο δρόμο κοιτώντας τρομαγμένη γύρω της. «Σώπασε,
μην κλαις. Θα ξεφύγουμε, θα πάμε στον πατέρα», μονολόγησε, «και
το πρωί θα μας βρει στην αγαπημένη αγκαλιά. Κανείς δεν θα μπορεί να
μας πειράξει εκεί».
Στέριωσε καλά το βάρος που κρατούσε στην αγκαλιά της και έφτια-
ξε το σακίδιο στους ώμους της. Με λίγη τύχη, σκέφτηκε, σε μερικές
ώρες θα βρισκόταν στο πλοίο που θα την έπαιρνε μακριά από τον κόσμο
που τα πουλιά ξενιτεύονται την άνοιξη και οι νεκροί δεν ησυχάζουν ποτέ.
Αρκεί να έβρισκε τον δρόμο και να μην χανόταν στην ανωνυμία της θη-
ριώδους πόλης. Δεν είδε ποτέ τη γυναίκα πίσω από το παράθυρο, που την
κοίταζε μ’ ένα φρικτό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα σκληρά της χείλη.
Περπατούσε στο σκοτάδι αποφεύγοντας τα έντονα φώτα ενώ κάθε
τόσο κοίταζε πίσω της. «Φύγε, καταραμένη», μουρμούριζε, «στοι-
χειώνεις τις σκιές μου». Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν όταν
βρέθηκε στην έρημο από οχήματα λεωφόρο. Η θύελλα έφτασε, αναπά-
ντεχα, από τη θάλασσα, απειλώντας να σαρώσει τα πάντα στο διάβα
της. Οι κεραυνοί έσκιζαν τον ουρανό στα δύο μαζί με τις αστραπές, τις
αγαπητικιές τους, δώρο των χαιρέκακων θεών. Τα πουλιά είχαν πετά-
ξει μακριά, νωρίς το πρωί, διαισθανόμενα τον λιμασμένο καιρό, ενώ οι
άστεγοι, αποδημητικά πουλιά κι αυτοί, είχαν στριμωχτεί σε υπόγειες
διαβάσεις κι ακατοίκητα κτίρια.
Οι λιγοστοί, γενναίοι διαβάτες, με κατεβασμένο το κεφάλι, προσπα-
θούσαν να διασχίσουν τους δρόμους όπως ο Δαυίδ όρμησε στον Γολιάθ.
Οι μπουγάδες στις ταράτσες των παλαιών πολυκατοικιών γίνηκαν τα
πολύχρωμα φτερά του βοριά. Κι εκείνος πέταξε μακριά, παίρνοντας
μαζί του το μοναδικό όνειρο που έτρεφαν στον κόρφο τους οι φτωχοί τα
βράδια: την ελπίδα.
Η Μυρσίνη Πέτρου χάθηκε ένα φθινοπωρινό βράδυ. Άδικα και
άσκοπα, σαν βαρκούλα χωρίς πηδάλιο που όλο και παρασυρόταν
στα νερά μαύρης θάλασσας. Στα παιδικά της χρόνια έσπερνε όνειρα
προσπαθώντας να ξορκίσει τη σκιά που ήταν αλυσοδεμένη πάνω
της. Συνήθιζε να ανεβαίνει σε μια ιτιά, ώρες καθόταν εκεί μέχρι που
ο ήλιος μάζευε τα γέλια του από τον τόπο όπου ζούσε και ξενιτευ-
όταν σ’ εκείνα τα μέρη που μόνο η καρδιά της έφτανε. Έψαχνε το
σημείο που έσμιγε ο ουρανός με τη γη και κάθε προσευχή της σαν
έπεφτε στο χορτάρι άνθιζε αστέρια. Μέχρι που βάρυναν τα βλέφα-
ρα από την άκαρπη αναζήτηση, λύγισε το κλαρί και βρέθηκε πε-
σμένη σε ξεριζωμένο από αστερισμούς έδαφος. Και τώρα, οι μικροί
κουβαλητές που έβλεπε πίσω από το πέπλο ήταν φορτωμένοι με τα
δικά της νεκρά όνειρα. Ήταν κουρασμένη, δεν μπορούσε να τους
πάρει πίσω. «Νιώθω τόσο κουρασμένη, Θεέ μου», μονολόγησε.
Εξαντλημένη από τον ποδαρόδρομο κάθισε κάτω από το υπό-
στεγο ενός παμπάλαιου καφενείου που είχε κλείσει εδώ και χρόνια.
Η πινακίδα του έστεκε ακόμα, ξεθωριασμένη και ξεφτισμένη, χρη-
σιμοποιημένη και ξεχασμένη. Η Μυρσίνη αναστέναξε βαθιά. Είχε
κουραστεί να τρέχει και να κρύβεται. Ακούμπησε τα λιγοστά της
πράγματα στο πλάι. Πέρασε το χέρι στα βρεγμένα μαλλιά της και
κοίταξε τριγύρω της. Η πόλη ήταν λαβύρινθος και γεμάτη αδιέ-
ξοδα. Δεν μπορούσε πουθενά να βρει βοήθεια. Η απελπισία φού-
σκωσε μέσα της σαν παλίρροια. Νόμιζε ότι μπορούσε να τα αντι-
μετωπίσει όλα, ότι το χάρισμά της θα την έκανε αήττητη. «Μικρή
ανόητη», της ψιθύρισε μια χαιρέκακη, αόρατη φωνή. «Επειδή δια-
βαίνεις όνειρα, νομίζεις ότι αντέχεις να διαβείς και τους εφιάλτες;»
«Φύγε από κοντά μου» ούρλιαξε τινάζοντας τα χέρια της. Ανοι-
γόκλεισε τα μάτια της έντρομη. Οι δρόμοι, η πόλη, ο κόσμος όλος
είχε γεμίσει αρουραίους και οχιές που δεν είχαν πια την ανάγκη να
μεταμφιέζονται. Κάποτε είχε ορθάνοιχτο το πρόσωπο και τολμούσε
να πολεμήσει τις σκιές. Και προσπαθούσε, πάλευε, κανείς δεν ήξερε
πόσο, να βγαίνει από τις σκιές, να μην αφήνει τους σκορπιούς να
ρίχνουν το δηλητήριό τους στα μάτια της.
Τώρα, οι ανθρώπινοι μίμοι είχαν γίνει περισσότεροι και πάλευε
κανείς να ξεχωρίσει σε ποιες φλέβες έτρεχε αίμα και σε ποιες θανά-
σιμο φαρμάκι.
«Πότε χάθηκε όλος ο κόσμος; Μόνο τέρατα κατοικούν την Γη
πια. Κι εγώ, ένα μικρό αχυρένιο κορίτσι, που διαλύομαι από την
καυτή ανάσα τους. Κάποτε ονειρευόμουν, τώρα πια δεν μπορώ να
σκεφτώ τίποτα. Θολά, όλα θολά. Το μόνο που θέλουν είναι ένα
κομμάτι από τη σάρκα μου. Να τρώνε, να τρώνε, να τρώνε. Και
μόλις τελειώσουν μ’ εμένα, θα φάνε εσένα. Τώρα όμως θα με τα-
ΐσω τόσο, που θα ξυπνήσω στον Παράδεισο. Ναι, εκεί πάνε αυτοί
που τρώνε τα όνειρά τους μονομιάς. Εσύ θα μείνεις εδώ. Ακόμα δεν
μπορείς να φας τα όνειρά σου. Δεν έχεις δόντια, μια σταλιά σάρκα.
Τα μάτια σου δεν έχουν φιλοξενήσει εφιάλτες. Ίσως εσύ φταις. Ναι,
σίγουρα εσύ φταις…» μουρμούριζε ακατάληπτα και έβγαλε τη σύ-
ριγγα από την τσέπη της με χέρι που έτρεμε. Πέρασαν τόσες ημέρες
κατολίσθησης μέχρι που εκείνη σταμάτησε να μετράει τα κρίνα που
στόλιζαν τα χέρια. Ας συνεχιστεί η πτώση χωρίς εκείνη, σκέφτηκε.
«Τώρα θα ανοίξω την πόρτα. Έπαψα να φοβάμαι αυτόν που
είναι από πίσω της. Ας έρθει λοιπόν. Τον δρόμο μου τον ξέρω». Σή-
κωσε ψηλά το μανίκι και σε λίγο η χημική ουτοπία, θανάσιμο δώρο
της μάγισσας που κατέστρεψε τις ζωές τους, κυλούσε στις φλέβες
της. Η σκιά πήδησε από τον ώμο της, κάθισε στο πλευρό της και
μια φωνή απόμακρη της ψιθύρισε «Κοιμήσου, τώρα. Κοιμήσου,
Μυρσίνη, και όλοι οι εφιάλτες θα φύγουν μακριά».
Σε λίγο άκουσε τον παφλασμό της θάλασσας καθώς έσκα-
γε άγρια πάνω στην ξύλινη προκυμαία και η ταγκιά αρμύρα, που
έβγαζαν τα ξύλα, της τρύπησε τα ρουθούνια. Άνοιξε τα μάτια ξαφ-
νιασμένη. Το παλιό καράβι ήταν μισοφωτισμένο από τα σκόρπια
φανάρια πάνω στην κουβέρτα του και στην πλώρη του ήταν σκα-
λισμένη μια γοργόνα με κατάλευκα μάτια και πύρινα μαλλιά. Το
μαύρο στόμα της ήταν ορθάνοιχτο και από μέσα του ακουγόταν
το κελάηδημα μυριάδων αηδονιών. Από τη θάλασσα ερχόταν μια
σιωπηλή καταχνιά που κατάπινε στο διάβα της τα κοιμισμένα κύ-
ματα. Τα μακρινά βουνά έμοιασαν ασάλευτοι σκοτεινοί γίγαντες,
καθώς το φεγγάρι τα χάιδευε με το ντροπαλό φως του. Κάποιοι την
προσπέρασαν βιαστικά ανεβαίνοντας τη σκάλα. Ένας γέρος, με μια
πίπα και μια μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι, κάπνιζε αμέριμνα ακου-
μπώντας στην κουπαστή. «Βιάσου» της φώναξε. «Σαλπάρουμε
όπου να ’ναι».
«Μα πού θα πάμε;» ρώτησε σαστισμένη.
«Τι σε νοιάζει; Οπουδήποτε και να πάμε, θα είναι καλύτερα από
εκεί που είσαι. Μόνο κάνε γρήγορα γιατί ο καπετάνιος αδημονεί.
Έρχεται παλίρροια και πρέπει να προλάβουμε τους βυθούς πριν
τραβηχτούν πάλι πίσω» της είπε σοβαρά.