Τα λογοτεχνικά μου ταξίδια άρχισαν σε σχετικά μικρή ηλικία «εξερευνώντας» την οικογενειακή βιβλιοθήκη και για πρώτη φορά ερχόμενος σε επαφή με λογοτεχνικά έργα συγγραφέων όπως οι Στεφαν Τσβάϊχ, Ρομέν Ρολάν, Τζέην Ώστην, Αλέξανδρου Δουμά, Βίκτορα Ουγκώ, Μαξίμ Γκόρκι, Έρνεστ Χεμινγκγουέη και άλλων. Διάβαζα και αρκετά δεν καταλάβαινα ή δεν μου άρεσαν, γιατί δεν έβρισκα τις «ηρωικές» περιπέτειες και μάχες που αναζητούσε το παιδικό μυαλό μου. Αργότερα συνέχισα το ψάξιμο σε βιβλιοθήκες συγγενών μας (ιδιαίτερα των Κωνσταντίνου και Λέλας Μπαλογιάννη και του Γιάννη και Φλωρεντίας Μακρυνικόλα) και γνώρισα και άλλα έργα άλλων συγγραφέων. Έτσι έφτασα στην εφηβεία και άρχισα να ψάχνω και να αγοράζω λογοτεχνικά - και άλλα - βιβλία από μόνος μου.
Τί είναι όμως λογοτεχνία; Αυτή ορίζεται ως τα γραπτά ή προφορικά προϊόντα του έντεχνου λόγου, που διακρίνονται από τα μη λογοτεχνικά κείμενα λόγω της «λογοτεχνικότητας», δηλαδή της απόκλισης από τη συνηθισμένη χρήση της γλώσσας. Πρόκειται για μυθοπλαστική αφήγηση με ιδιαίτερη δομή, πολυσημία και εκφραστικά σχήματα, που προκαλεί αναγνωστική απόλαυση και νοηματοδοτείται από τον αναγνώστη.
Διακρίνεται από τη γραμματεία, που περιλαμβάνει όλα τα κείμενα μιας κοινότητας, επειδή εστιάζει στον έντεχνο λόγο με ιδιαίτερη γλωσσική χρήση. Θεωρείται πράξη επικοινωνίας μέσω προφορικού ή γραπτού λόγου, που παρουσιάζει ή συνδυάζει πραγματικά και μυθοπλαστικά γεγονότα.
Η λογοτεχνικότητα δεν ορίζεται εύκολα, καθώς ο χώρος της λογοτεχνίας δεν έχει αυστηρά όρια, με συζητήσεις να εστιάζουν στη φύση, ιδιότητες και λειτουργία των κειμένων. Η θεωρία της λογοτεχνίας εξετάζει αυτή την έννοια, ενώ ακαδημαϊκές συζητήσεις χτίζουν γνώση μέσω ομοιοτήτων και διαφορών, χωρίς πάντα συμφωνία. Σε εκπαιδευτικά πλαίσια, λογοτεχνικές συζητήσεις ενισχύουν την κατανόηση κειμένων, ενώ διεθνώς γίνεται συζήτηση για την αξιολογική διάσταση του ορισμού.
Στο παρόν πόνημα θα παρουσιάσουμε όχι μόνο αμιγή λογοτεχνικά έργα αλλά και μερικά δοκίμια που έχουν λογοτεχνικό «στολισμό» ή αναφέρονται στη δομή, το περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις της λογοτεχνίας στο χρόνο και στο χώρο.
Γυρίζοντας στο προσωπικό μου ταξίδι, υπήρξε μια περίοδος – ειδικά πριν την μεταπολίτευση και για ορισμένα χρόνια – που είχα υποτιμήσει το ρόλο της λογοτεχνικής δημιουργίας και είχα στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στην ανάγνωση μονογραφιών, δοκιμίων και συγγραμμάτων πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα. Πέρασε κάποιο διάστημα ώσπου να καταλάβω τη σύνδεσή τους, ότι δηλαδή τα λογοτεχνικά έργα, προέβλεπαν, «ζωγράφιζαν» έδιναν «ζωή» στη στεγνή γλώσσα, τους όρους και ορισμούς των ακαδημαϊκών συγγραμάτων που υπερεκτιμούσα. Δειλά και επιλεκτικά άρχισα να τα ξαναβάζω στη βιβλιοθήκη μου. Δεν μετάνοιωσα, αντίθετα «πλούτισα» τη νοοτροπία, τις προσεγγίσεις και την αντίληψή μου. Θυμάμαι - ειδικά κατά τη διάρκεια των σπουδών μου - τα ατέλειωτα ταξίδια μου με τρένα, σε διαδρομές από 12 μέχρι και 72 ώρες ή ακόμη πιο πολλές ώρες. Τότε, στα φοιτητικά χρόνια - αν δεν είχες άλλη παρέα - ενα βιβλίο ήταν ο πιο καλός σύντροφος. Όμως παραφράζοντας τη φράση ντόπιας συγγραφέα: "κάθε μυθιστόρημα είναι ενα τρένο", αποφάσισα το τίτλο εδώ, σε
αυτό το πόνημα που είναι αφιερωμένο σε αυτά τα βιβλία, που έχουν λογοτεχνικό περιεχόμενο (πεζογραφία ή ποίηση) και που θα ήθελα να ξαναδιαβάσω ή να τα διαβάσω για πρώτη φορά, έχοντας διαβάσει κριτικές ή αποσπάσματα τους.
Και δεν είναι λίγα - ευτυχώς. Για αυτό θα ξεκινήσουμε μια περιπλάνηση στο χρόνο και σε διαφορετικές ηπείρους και τόπους, που είναι αφιερωμένη σε λογοτεχνικά δημιουργήματα που άφησαν εποχή και ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Τέτοιο αποτύπωμα άφησαν και αφήνουν μόνο τα έργα που σε πρώτο επίπεδο αντικατοπτρίζουν τη "ζούγκλα" (ή όπως αλλιώς θέλετε να την πείτε: σκληρότητα, χάος, ανορθολογισμό, αστάθεια, αβεβαιότητα) της φύσης αλλά και του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου και σε δεύτερο έχουν μια κινητήρια δύναμη, ένα καταλύτη αφύπνισης αυτού του εσωτερικού κόσμου, που τον οδηγεί σε νέα μονοπάτια και νέες διαδρομές και προσεγγίσεις.
Δεν είμαι κριτικός και ούτε λογοτέχνης, ένας απλός αναγνώστης είμαι που εντυπωσιάζεται, συγκινείται, ονειρεύεται και ταξιδεύει με ένα καλό βιβλίο. Μπορεί να σταματάει σε κάποια στάση, να παίρνει άλλο τρένο για άλλη διαδρομή, αλλά κάποιες φορές, ξαναπερνάει απο τον ίδιο σταθμό και συνεχίζει παραπέρα, στην κατεύθυνση της πρώτης διαδρομής με το προηγούμενο δρομολόγιο. Τελικός σταθμός δεν υπάρχει, αλλά μόνο ένα υπέροχο και συνεχές ταξίδι, με στάσεις, σταθμούς, ανταποκρίσεις, εκπλήξεις και περιπλανήσεις. Αυτές είναι και οι προσδοκίες μου σαν αναγνώστης. Προσδοκίες που μερικές από αυτές ίσως συναντιώνται με κάποιες απο τις προσδοκίες των συγγραφέων. Οι οποίες όμως συνολικά είναι πολύ πιο ευρείς και διαφορετικές απο τις προσδοκίες των αναγνωστών, γιατί προπορεύονται και ίσως καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και το άγχος του δημιουργού για την ικανοποίηση των αναγνωστών, την αποδοχή των κριτικών, τις πωλήσεις και την κυκλοφορία, την αποδοχή των εκδοτών κ.α.
Το ενδιαφέρον του ταξιδιού πάντα χαρακτηρίζεται απο την μοναδικότητα της πλοκής ενός έργου και αυτή με τη σειρά της απο τις επιταχύνσεις, αμφιβολίες, αντιθέσεις, συγκρούσεις, πισωγυρίσματα, αποτυχίες και νέα ξεκινήματα. Οι αιτίες των προηγούμενων μπορεί να προέρχονται απο οικονομικά συμφέροντα (το πιο εύκολο για περιγραφή), απο κοινωνικά θέματα (το πιο μοδάτο και πολιτικά ορθό στη σημερινή μας εποχή), αλλά και απο το ψυχισμό και νοοτροπία του συγγραφέα που παλεύει να ξεχωρίσει στο σύγχρονο κυκεώνα των δημοσιεύσεων. Σημειώστε ότι τα βιβλία πια δεν δημοσιεύονται μόνο έντυπα αλλά και ηλεκτρονικά και ηχητικά. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε τι έγραφε πριν λίγα χρόνια ο Ουμπέρτο Έκο: “Τι όμορφο που είναι ένα βιβλίο, που επινοήθηκε για να πιάνεται στο χέρι, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα σε μία βάρκα, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη κι αν έχει αποφορτιστεί κάθε μπαταρία και αντέχει τα σημάδια και τα τσαλακώματα, μπορεί να αφεθεί να πέσει καταγής ή να παρατηθεί ανοιγμένο στο στήθος ή στα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνει στην τσέπη, φθείρεται, καταγράφει την ένταση, την επιμονή ή τον ρυθμό των αναγνώσεών μας, μας υπενθυμίζει (αν φαίνεται πολύ καινούργιο ή άκοπο) ότι δεν το διαβάσαμε ακόμη…”
Διαβάζουμε για να φτιάξουμε - με το συγγραφέα ως καταλύτη - το δικό μας "κόσμο ονείρων", να ανοίξουμε ενα παράθυρο ελευθερίας απο της ρουτίνα, την καθημερινότητα, το χρόνο, την κυρίαρχη "ηθική", το υπερεγώ. Οι "ήρωες" και οι ¨αντι-ήρωες¨πάντα πολεμάνε όλα τα προηγούμενα, ο καθένας με το δικό του τρόπο που μπορεί να είναι ανορθολογικός, άγριος, ραδιούργος και να μην συμβαδίζει με τη κυρίαρχη ηθική και τα "κατά συνθήκη ψεύδη", αλλά είναι δημιουργικός, έχει φαντασία και βασίζεται στα "εσωτερικά θέλω" του. Δεν ξεχνάμε όμως και αυτό που έγραφε ο Λ.Τολστόι στο Μ.Γκόρκι: "Οι ήρωες είναι ψευτιά και επινοήματα. Μόνο ανθρώπινα όντα απλώς υπάρχουν, άνθρωποι και τίποτα άλλο". Εμείς είμαστε οι ήρωες ή μάλλον θα μπορούσαμε να είμασταν, αν τολμούσαμε να κάνουμε αυτά που κάνουν οι "ήρωες και οι αντι-ήρωες" της λογοτεχνίας. Κάθε λογοτεχνικό δημιούργημα (πεζό ή ποιήμα) έχει προέλθει απο ένα τεράστιο σύνολο συνειδητών ή ασυνείδητων αναμνήσεων, κινήτρων, απωθημένων του συγγραφέα και σαν τέτοιο μπορεί να αποτελέσει αντικέιμενο πολλών ερμηνειών, ανάλογα με τις εμπειρίες του κάθε αναγνώστη ή του κάθε κριτικού. Όπως έλεγε και ο Αντρέϊ Ταρκόφσκι "ένα βιβλίο διαβασμένο απο χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπους είναι τουλάχιστον μια χιλιάδα διαφορετικών βιβλίων." Διαβάζοντας λοιπόν ενα βιβλίο, ο καθένας μας φτιάχνει το δικό του ονειρικό κόσμο, αυτόν που μόνο αυτός προτιμά ανοίγοντας παράθυρα προς τα όνειρά του.
Να σημειώσω επίσης ότι δεν έχει καμία σημασία αν κάποιοι συγγραφείς εκπροσωπούνται εδώ με ένα μόνο έργο τους ή και με πιο πολλά. Αυτά είναι που μου αρέσουν εμένα. Σίγουρα έχουν γράψει και άλλα, ίσως και καλύτερα από αυτά που αναφέρονται εδώ. Ίσως τα βρείτε εσείς αν το ψάξετε. Επίσης δεν έχει σημασία το μέγεθος της παρουσίασης για κάθε έργο. Σε πολλά γνωστά και αριστουργηματικά έργα μπορεί να είναι μικρό. Σε άλλα που μου αρέσουν εμένα για κάποιο λόγο, ίσως είναι μεγαλύτερο. Το ίδιο ισχύει και για έργα που δεν είναι γνωστά στο πλατύ κοινό της χώρας μας.
Αυτά λοιπόν τα βιβλία που σας προτείνω για διάβασμα - αν δεν τα έχετε διαβάσει - είναι ο δικός μου κόσμος, αν σας αρέσει είστε καλοδεχούμενοι. Ενταχθείτε με πλήρη ελευθερία και αρχίστε το δικό σας ταξίδι, γράψτε μου επίσης για το δικό σας κόσμο (yiazer@gmail.com), μπορεί να βρούμε ενα σταθμό συνάντησης και σίγουρα δημιουργικής συζήτησης.
Επειδή είναι πολλά (πάνω απο 900) χώρισα το παρόν πόνημα σε επτά ενότητες που ξεκινούν από την αρχαϊκή περίοδο και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.
Ίσως μπορέσετε να διαλέξετε προς ανάγνωση ή επανάγνωση κάποια απο αυτά, αν βρείτε τις παρουσιάσεις που γίνονται ενδιαφέρουσες ή αποφασίσετε να ξαναταξιδέψετε σε ένα δρομολόγιο που ήδη το έχετε κάνει μια φορά.
1.Αρχαϊκή προφορική λογοτεχνία (προ του 2000 π.Ε. – 800 π.Ε.)
Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και προφορική λογοτεχνία των μύθων, αφού το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η προφορική κυρίως σύνθεση επών και μυθικών δημιουργιών από αοιδούς. Κυριαρχεί η σύνδεση του δημιουργήματος με τη θρησκεία που σχημάτισε τα πρώτα «γενικά» αφηγήματα: Κοσμογονίες, ηθικοί κώδικες, τιμή, θάνατος, θεοί, κύκλος ζωής. Το σχηματιζόμενο ιδεολογικό εποικοδόμημα στη πλειοψηφία των έργων συνδέει τη φύση και τη θρησκεία με τη δύναμη και τη βία. Η επική ποίηση, οι ύμνοι και οι παραβολές χαρακτηρίζουν την ποικιλία της μορφής. Αυτό το είδος της έκφρασης θεμελιώνει το κοινό ανθρώπινο λογοτεχνικό αφήγημα, πριν από την εμφάνιση γραπτών συστημάτων και εθνικών λογοτεχνιών. Το μέσο μετάδοσης είναι αποκλειστικά προφορικό με τον αοιδό και το τραγούδι να κυριαρχούν. Ο συγγραφέας είναι ανώνυμος, συλλογικός, «μύθος» χωρίς ιστορικό πρόσωπο. Η μορφή είναι ευέλικτα και μεταβαλλόμενα επικά τραγούδια, ευχές και ύμνοι. Ο σκοπός είναι η θεώρηση της κοσμογονίας, η λατρεία και η κοινοτική μνήμη. Η γλώσσα είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη, προσαρμοσμένη στον αοιδό.
1.1 Έπος του Ενμέρκαρ (Άγνωστων – προ του 22ου αι.π.Ε)
Το Σουμεριακό έπος είναι μέρος ενός κύκλου αφηγήσεων που λέγεται «Υπόθεση της Aratta», όπου πρωταγωνιστούν οι σχέσεις και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ της πόλης Uruk, με βασιλιά τον Ενμέρκαρ και της Aratta, μιας μυθικής ή ημι-μυθικής πόλης πλούσιας σε πολύτιμα υλικά και πολύ μακρινής, πέρα από τα βουνά. Ο Ενμέρκαρ χρειάζεται πολύτιμους λίθους, μέταλλα και άλλα υλικά από την Aratta για να διακοσμήσει τους ναούς στην Uruk, ειδικά τον ναό της θεάς ?νάννα για να την τιμήσει.
Ο Ενμέρκαρ στέλνει γράμμα - ποίημα στην βασίλισσα της Aratta, ζητώντας της να υποταχθεί ή να αντιμετωπίσει τον πόλεμο. Η βασίλισσα αρνείται και ο Ενμέρκαρ στέλνει στρατό, αλλά η βασίλισσα αντιστέκεται. Ένα από τα πιο γνωστά στοιχεία είναι ότι, όταν οι αγγελιοφόροι επιφορτίζονται να μεταφέρουν μηνύματα, τα μηνύματα είναι πολύ μεγάλα, δύσκολα να τα θυμηθούν και ο Ενμέρκαρ «εφευρίσκει» ή χρησιμοποιεί τη γραφή για πρώτη φορά ως λύση, για να αποτυπωθούν τα μηνύματα και να μεταφέρονται με ακρίβεια. Αυτό συνδέεται με μυθικό / ιδεολογικό στοιχείο της πρωτοπορίας που αποδίδεται σ’ αυτόν. Υπάρχει η θεϊκή παρέμβαση – η θεά ?νάννα παίζει σημαντικό ρόλο, επιλέγει την Uruk ως πόλη της εύνοιας της, ορίζει ότι πρέπει να της προσφερθούν τιμές, η σχέση βασιλιά – θεότητας είναι ζωτική για τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Παράλληλα, η αφήγηση δεν είναι απλώς πολεμική, περιλαμβάνει διαπραγματεύσεις, σπαζοκεφαλιές ως σύμβολα εξυπνάδας και διπλωματίας, δοκιμασίες, καθώς και τη χρήση τεχνικών και έξυπνων λύσεων για να επιτευχθούν διάφοροι στόχοι. Τελικά με τα πολλά και αφού ο Ενμέρκαρ στέλνει και ερωτική επιστολή – ποίημα το έπος τελειώνει με ειρηνική συνθήκη, γάμο και κοινή διοίκηση.
Το Έπος του Ενμέρκαρ έχει πολύ μεγάλη σημασία για διάφορους λόγους:
Υπηρετεί την ιδέα ότι ο βασιλιάς δεν είναι απλά πολεμιστής, αλλά εκλεγμένος από τους θεούς, με ευθύνη να εξασφαλίσει τη μορφή, τη λαμπρότητα και τη σταθερότητα της πόλης - κράτους. Η θεά ?νάννα επιλέγει, επικυρώνει και προστατεύει. Αυτό είναι δείγμα της έννοιας ότι η εξουσία προέρχεται και συνδέεται με το θείο. Ο μύθος και το θρησκευτικό στοιχείο είναι ουσιώδη. Οι θεοί δεν είναι εξωτερικές υπερδυνάμεις αλλά ενεργοί παίκτες στην ιστορία· οι λατρείες, τα ιερά και η προσφορά χρημάτων και υλικών έχουν σημασία. Το έπος προβάλλει τη θρησκευτική πρακτική ως πυρήνα της κοινωνικής ζωής.