Η γάτα μπαούλο και η γάτα Μπιρμπίλω
Γυρίζοντας από την οδοντίατρο σήμερα, είδαμε μια
γάτα περίεργη. Έμοιαζε σαν τετράγωνο μπαούλο. Δεν
είχε ουρά και το πίσω μέρος της ήταν τετραγωνισμένο
απόλυτα. Οι τρίχες της έφταναν μέχρι το δρόμο κι
έτσι δεν ξεχώριζες τα πόδια της. Τα αυτιά της ήταν
σχεδόν ανύπαρκτα, δυο μικρά κουμπάκια στη θέση
τους. Όχι κομμένα ή τραυματισμένα, από φυσικού
τους. Η φωνή της στο μοναδικό νιάου που έκανε,
ήταν σχεδόν άηχη. Δεν ήταν αδύνατη, ούτε
κακοσυντηρημένη, παχιά παχιά και λαμπερή.
Πήγα προς το μέρος της και της μίλησα για να
γυρίσει, αλλά με έγραψε κανονικά, μπορεί να ήταν
και κουφή συν τοις άλλοις, ή απλώς με αγνόησε. Μ’
έφαγε η περιέργεια και την ακολούθησα για λίγο, ενώ
ο Τζεφ πίσω μου γκρίνιαζε «Έλα που κόλλησες με τη
μεταλλαγμένη, πάμε σπίτι και πεινάω!»
Η γάτα προχώρησε μέσα στην πυλωτή μιας
πολυκατοικίας και στάθηκε μπροστά στην πόρτα.
Νιάου, έκανε μια φορά. Ακούστηκε ένας μηχανισμός
και η πόρτα άνοιξε αυτόματα. Η γάτα μπήκε μέσα και
η πόρτα έκλεισε, ή την έκλεισε αυτή, δεν ξέρω...
Παράξενα πράγματα συμβαίνουν στον πλανήτη
«Λυδίας», καθώς έξω από το σπίτι ήταν η άλλη η
Μπιρμπίλω, που είχε θρονιαστεί μέσα στη γλάστρα
μας και είχε βολευτεί ανάμεσα στα καλαμάκια από
σουβλάκια που είχα χώσει παντού στο χώμα με τις
βελόνες προς τα πάνω, για να μην πηγαίνει να κάθεται
εκεί μέσα η Μπιρμπίλω.
Αγέρωχη, αδιάφορη, θριαμβευτική, δεν κουνήθηκε
από τη θέση της ούτε κι όταν ακόμα την πλησίασα
πολύ κοντά για να τη φοβερίσω, παρά μου έκανε ένα
θυμωμένο νιαρρ! Και γύρισε το κεφάλι της από την
άλλη. Μπήκα στο σπίτι και την άφησα να γλαρώνει
με μισόκλειστα μάτια στον ήλιο.
Στον ύπνο μου είδα τις δυο γάτες, την μπαούλο και
την Μπιρμπίλω. Είχαν σταθεί πάνω από το κεφάλι
μου και με παρατηρούσαν καθώς κοιμόμουν. Η
μπαούλο είπε, «Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι
μπορεί να είσαι κι εσύ γάτα;»
Η Μπιρμπίλω απάντησε, «λέει εμένα «Μπιρμπίλω»,
και είναι γεμάτη πιτσιλιές. Μάλλον θυμάται το όνομά
της απ’ όταν ήταν γάτα».
Η μπαούλο είπε, «Εμένα με πέρασε για άνθρωπο».
Η Μπιρμπίλω άρχισε να γελάει γατίσια. «κγχ κγχ γρρ
νιαρ! Εμένα με πέρασε για πεταλούδα!»
«Πώς κατάλαβες κάτι τέτοιο;»
«Κούναγε τα χέρια της από πάνω μου για να τρομάξω
και να πετάξω».
Ξύπνησα από γατίσια πόδια που ζύμωναν το μπράτσο
μου. Άνοιξα τα μάτια μου.
«Σε περιμένω να φάμε, αγάπη μου. Έχω στρώσει το
τραπέζι, έλα!»
Μου είπε ο Τζεφ συνεχίζοντας να τρίβει το μπράτσο
μου.