Η Αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Συστήματος
Μήνας Γ. Αθανάσιος
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η παιδεία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους
παράγοντες που επιδρούν και επηρεάζουν την κοινωνική, πολιτιστική
και οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας. Η αξιολόγηση της εκπαίδευσης
εντάσσεται στο πλαίσιο εκείνο, που θα επιτρέψει να εκτιμηθεί ο
βαθμός εκπλήρωσης των στόχων που έχουν τεθεί από το εκπαιδευτικό
σύστημα.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα πλέον λειτουργεί στο
πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης. Οφείλει λοιπόν να αντιμετωπίζει τα
προβλήματα που διαπιστώνονται και να καλύψει την απόσταση που
το χωρίζει από τα εκπαιδευτικά συστήματα των άλλων ευρωπαϊκών
χωρών.
Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού αποτελεί ένα από τα πιο
πολυσυζητημένα ζητήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος,
καθώς ο εκπαιδευτικός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους
παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το γεγονός αυτό
επέδρασε στο να συνδεθεί η αξιολόγησή του, όχι μόνο με την
αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας του, αλλά και με τη φιλοσοφική
και την κοινωνική άποψή του για το εκπαιδευτικό σύστημα και το
σχολείο.
Στην Ελλάδα το ζήτημα της αξιολόγησης είναι και πάλι
επίκαιρο, καθώς μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται συνείδηση του
εκπαιδευτικού κόσμου η ανάγκη για μια νέα θεώρηση της
αξιολόγησης, η οποία θα ξεφεύγει από τα πλαίσια της εξέτασης και
της επιθεώρησης και θα συνδέεται με τη βελτίωση και την
καλυτέρευση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην Ελλάδα η αξιολόγηση ήταν συνδεδεμένη σχεδόν
αποκλειστικά με την παραδοσιακή εξέταση των μαθητών και με την
παραδοσιακή επιθεώρηση των εκπαιδευτικών. Σήμερα αρχίζει να
γίνεται συνείδηση ότι η εκπαίδευση των νεαρών μελών της κοινωνίας
μας αποτελεί ένα σύστημα στο οποίο μετέχουν πολλοί παράγοντες οι
οποίοι αλληλοεπηρεάζονται, αλληλεπιδρούν και αλληλεξαρτώνται.
Η αξιολόγηση στην ουσία αποτελεί έναν μηχανισμό ο οποίος
επιτρέπει να εκτιμάται αν και σε ποιο βαθμό εκπληρώνονται οι στόχοι
για την ανάπτυξη του εκπαιδευτικού συστήματος, στο πλαίσιο της
ευρύτερης κοινωνικής του και οικονομικής του προσφοράς. Ιδιαίτερα
στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης, όπου ο ανταγωνισμός αποτελεί
και τον κεντρικό μοχλό ανάπτυξης, είναι ακόμη περισσότερο
απαραίτητη η έγκαιρη και η αποτελεσματική εκτίμηση του βαθμού
εκπλήρωσης των στόχων που έχουν τεθεί καθώς και η έγκαιρη κρίση
των εκπαιδευτικών επιλογών.
Με την παρούσα μελέτη επιχειρήθηκε η καταγραφή του
διαλόγου όλων των παραμέτρων που συνδέονται με την εκπαιδευτική
αξιολόγηση.
Στο πρώτο κεφάλαιο επιχειρήθηκε ο ορισμός της έννοιας της
αξιολόγησης καθώς και της έννοιας της εκπαιδευτικής αξιολόγησης,
η ανάλυση και η περιγραφή των σκοπών, των αντικειμένων και των
κριτηρίων που την συνθέτουν.
Στο δεύτερο κεφάλαιο περιγράφονται τα μοντέλα
αξιολόγησης. Αναφέρονται αναλυτικά τόσο ο επιθεωρητικός τύπος
αξιολόγησης, που στη χώρα μας είναι συνδεδεμένος με το
γραφειοκρατικό και διοικητικό έλεγχο των εκπαιδευτικών, όσο και η
εσωτερική αξιολόγηση και η αυτό – αξιολόγηση των σχολικών
μονάδων που τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο εφαρμόζεται
σε εκπαιδευτικά συστήματα προηγμένων εκπαιδευτικών συστημάτων.
Στο τρίτο κεφάλαιο περιγράφονται οι διακρίσεις των τύπων
αξιολόγησης.
Στο τελευταίο κεφάλαιο εξετάζεται το νομοθετικό πλαίσιο της
αξιολόγησης της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού, από την ίδρυση
του ελληνικού κράτους έως το υφιστάμενο, διαπιστώνοντας ότι η
εμμονή στην αξιολόγηση μόνο του εκπαιδευτικού και του μαθητή, δεν
απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Στο πέμπτο κεφάλαιο επιχειρήθηκε να απαντηθεί το ερώτημα
αν η αξιολόγηση της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού είναι
απαραίτητη, καθώς ερωτήματα του τύπου “ποιος, ποιον και γιατί
αξιολογεί” πρέπει στις μέρες μας να τύχουν ικανοποιητικής
απάντησης.
Με τη βιβλιογραφική αναζήτηση και κατάθεση του
θεωρητικού πλαισίου της αξιολόγησης της εκπαίδευσης, έχουμε την
πεποίθηση ότι συμβάλλουμε σε έναν δημιουργικό διάλογο που μόλις
ξεκίνησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
1.1. Η έννοια της αξιολόγησης - διασαφήνιση εννοιών
Η αξιολόγηση είναι όρος με αμφισβητούμενο περιεχόμενο.
Χρησιμοποιείται περισσότερο ως πρακτική έννοια και λιγότερο ως
φιλοσοφική ή ηθική (Κασσωτάκης, 1989). Περιγράφει διαδικασίες
που σκοπεύουν με κριτήρια συνήθως καθορισμένα την απόδοση
θετικών ή αρνητικών ιδιοτήτων σε πρόσωπα, αντικείμενα ή θεσμούς.
Ακόμη και όταν οι αξιολογικές διαδικασίες «επιστημονικοποιούνται»
με την εφαρμογή αυστηρών μεθόδων θετικιστικής προέλευσης ,
συνδέονται εξ’ ορισμού με το «δέον γενέσθαι», όπως αυτό
καθορίζεται από τις εκάστοτε και ανά χώρο εξουσίες, που
νομιμοποιούνται να θέτουν αξιολογικά ερωτήματα (Σαλτερής, 2001).
Η αξιολόγηση συγκροτείται σε κάθε περίπτωση και νοείται ως
απάντηση σε κάποιο ερώτημα που θέτει όποιος έχει νόμιμο συμφέρον
να το πράξει (Apple, 2002). Ιδιαίτερα σε μερικούς τομείς
οργανωμένης έκφρασης , η αξιολόγηση έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος
της ύπαρξης και της λειτουργίας τους, με δεδομένη τη σημερινή
απαίτηση για αύξηση της παραγωγικότητας, τη δυσκολία επιμερισμού
των κονδυλίων στους διάφορους τομείς δραστηριότητας, την
αξιοποίηση κατά τον καλύτερο τρόπο των υπαρχόντων μέσων και
υλικών (Δημητρόπουλος, 2002).
Δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των θεωρητικών για έναν κοινό
ορισμό της αξιολόγησης. Κατά τους Worsen και Sanders
«αξιολόγηση είναι ο καθορισμός της αξίας κάποιου προσώπου ή
πράγματος», άποψη με την οποία συμφωνούν και οι Websters και
Stufflebeam. Ο Guba εντοπίζει τρεις τάσεις, τρεις κατευθύνσεις στο
περιεχόμενο των ορισμών της αξιολόγησης: (1)τη μέτρηση, (2) τη
συμφωνία μεταξύ σκοπών και πράξεων, (3) την επιστημονική κρίση.
Ο Suchman κάνει διάκριση μεταξύ των εννοιών «αξιολόγηση» και
«αξιολογικής έρευνας», θεωρώντας ότι η δεύτερη προϋποθέτει τη
χρήση των επιστημονικών μεθόδων και τεχνικών της ερευνάς για το
σκοπό της αξιολόγησης, την απόδειξη μάλλον παρά τη θεώρηση της
άξιας κάποιας προσπάθειας ή κάποιου αποτελέσματος. Κατά τον
Golloway «αξιολόγηση είναι ένας πολύ ευρύς όρος , ο οποίος
αναφέρεται στη συνεχή διαδικασία συλλογής πληροφοριών , κριτικής
αυτών των πληροφοριών και λήψης αποφάσεων. Ο Dressel ορίζει την
αξιολόγηση ως διαδικασία καθορισμού της άξιας ή της επίδρασης
προγράμματος , μιας ενέργειας , ενός περιστατικού, ενός ατόμου.
Είναι όμως και το αποτέλεσμα αυτής (Δημητρόπουλος, 2002).
Οι Καββαδίας και Φατούρος (2004) στέκονται κριτικά στην
έννοια της αξιολόγησης και αναφέρουν ότι «η χρήση του όρου
αξιολόγηση ενισχύει την πειστική δύναμη των υποστηρικτών της,
αφού είναι κυρίαρχος ο μύθος για την ανάγκη μέτρησης της αξίας με
σκοπό την επιβράβευση των αξιότερων. Απ’ αυτήν την άποψη
εξυπηρετεί σκοπιμότητες όπως :
• Υποβάλλει σ’ αυτόν που χρησιμοποιεί την αξιολόγηση την ιδέα
της αξιοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας
• Αδιόρατα και αποτελεσματικά οδηγεί στην αναγνώριση και
αποδοχή της κοινωνικής ανισότητας και ιεραρχίας .
1.2. Διασαφήνιση εννοιών
Στην ελληνική βιβλιογραφία το θέμα της αξιολόγησης
αναπτύχθηκε μόλις πρόσφατα. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μια σχετική
σύγχυση στη χρήση των όρων που σχετίζονται με την αξιολόγηση,
αποτέλεσμα της προσπάθειας μεταφοράς στην Ελληνική Γλώσσα των
ξένων όρων σχετικών με την αξιολόγηση. Είναι απαραίτητο να
διασαφηνίσουμε κάποιους παρεμφερείς όρους όπως μέτρηση,
εκτίμηση, βαθμολόγηση, έλεγχος.
Η μέτρηση είναι η διαδικασία κατά την οποία καθορίζεται το
μέγεθος ή το ποσό σε σχέση με κάποια προκαθορισμένη μετρική
μονάδα. Είναι ο συστηματικός ποσοτικός καθορισμός των ιδιοτήτων
ή χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου ή ατόμου (Δημητρόπουλος,
2002). Κατά τον Tuckman η μέτρηση αναφέρεται στο συστηματικό
καθορισμό των αποτελεσμάτων ή χαρακτηριστικών με χρήση κάποιου
είδους μέτρηση. Ο Popham ορίζει τη μέτρηση ως καθορισμό της
θέσης, θέλοντας να τονίσει τη διαφοροποίηση με την έννοια της
αξιολόγησης την οποία ορίζει ως τον καθορισμό της αξίας. Ο έννοιες
αξιολόγηση και μέτρηση χρησιμοποιούνται συνήθως ο ένας ως
συμπλήρωμα του αλλού, γιατί με τον πρώτο καθορίζουμε
περισσότερο τη μετρική διαδικασία, ενώ με το δεύτερο εκφέρουμε
κρίση για την αξία του μετρηθέντος αποτελέσματος σε σχέση με
κάποιον σκοπό, για τον οποίο έγινε η μέτρηση. «Μιλάμε λοιπόν για
μέτρηση σε σχέση με τα ποσοτικά επίπεδα μάθησης, ενώ μιλάμε για
αξιολόγηση σε σχέση με τη κρίση που εκφράζουμε πάνω σε μια
μέτρηση που έχει ήδη πραγματοποιηθεί (Bianchi – Guspini, 2003).
Στη πράξη όμως οι δυο αυτές έννοιες συμπλέκονται πολλές φορές
γιατί η μέτρηση γίνεται με κάποιο σκοπό αξιολόγησης και η
αξιολόγηση απαιτεί ανάλογη κλίμακα μέτρησης. Όταν δηλαδή
πρόκειται να μετρήσουμε κάτι, πρέπει να γνωρίζουμε για ποιο σκοπό
μετράμε ώστε να εκλέξουμε την κατάλληλη διαδικασία μέτρησης, και
όταν πρόκειται να αξιολογήσουμε, πρέπει να γνωρίζουμε το σύνολο
των διαδικασιών μέτρησης, ώστε να επιλέξουμε την πιο κατάλληλη
(Φράγκος, 1984). Η αξιολόγηση στηρίχθηκε σε μεγάλη έκταση στην
επιστημημονικότητα των διαδικασιών μέτρησης και σε πολλές
περιπτώσεις για το λόγο αυτό ταυτίστηκε με αυτήν.
Ο όρος βαθμολόγηση σχετίζεται με την έκφραση των
αποτελεσμάτων με συγκεκριμένη αριθμητική τιμή.H βαθμολόγηση
αποτελεί συνέχεια της διαδικασίας μέτρησης και συνίσταται στην
έκφραση του αποτελέσματος της μέτρησης με τη βοήθεια μιας
κλίμακας. Η έννοια της βαθμολόγησης συνδέεται στενά, και γι’ αυτό
συγχέεται, με την έννοια της αξιολόγησης, ή ακόμη ενοποιούνται
στον όρο «βαθμολογική αξιολόγηση», που χρησιμοποιείται στη
Γερμανία. Μπορούμε να τις αντιδιαστείλουμε, και να πούμε ότι η
αξιολόγηση αναφέρεται στην όλη διαδικασία έλεγχου που ακολουθεί
ο εκπαιδευτικός για να αποτιμήσει το επίπεδο της μάθησης, ενώ η
βαθμολόγηση είναι μερικότερη έννοια και αναφέρεται στην έκφραση
της αποτίμησης με τη βοήθεια των βαθμίδων μιας μετρικής κλίμακας
(Ματσαγγούρας, 2002).
Ο όρος εκτίμηση, όπως σημειώνει ο Μαρκαντώνης, (1967)
γίνεται όταν ο υπολογισμός κάποιου μεγέθους γίνεται περίπου με
υπολογισμό και τότε προτιμάται από τον όρο μέτρηση. Ιδιαίτερη
σημασία σ’ αυτήν τη διαφοροποίηση έχει η ποιότητα του «μέτρου» το
οποίο χρησιμοποιείται ως μονάδα αξιολόγησης.