Θα Παίξεις το Παιχνίδι;
Καράμπαλης Στέφανος
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Θεσσαλονίκη, Πυλαία, Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2035 μ.Χ.
Μπήκε στο σπίτι. Το τραπέζι είχε ήδη στρωθεί. Κοντοστάθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το φαγητό μοσχοβολούσε. Πλησίασε το τραπέζι, τράβηξε την καρέκλα και κάθισε. Μετά από ακόμα μία κουραστική μέρα στη δουλειά, ανυπομονούσε να φάει λαζάνια με κιμά, το αγαπημένο του φαγητό και σπεσιαλιτέ της γυναίκας του.
Η Αφροδίτη ήταν είκοσι έξι ετών και πέντε μηνών έγκυος. Το φούσκωμα στην κοιλιά φαινόταν ήδη, και η ίδια ήταν τόσο χαρούμενη, που έκανε τον Κώστα να την ερωτεύεται όλο και περισσότερο μέρα με τη μέρα. Δασκάλα στο επάγγελμα, έκανε μόνο πεντέξι κατ’ οίκον την εβδομάδα, για να επικεντρωθεί στον ερχομό του πρωτότοκού τους και να μην κουράζεται.
Ο νέος τους χώρος, ευρύς και γεμάτος με τα κοινά τους όνειρα, είχε μόλις αρχίσει να μοιάζει με σπίτι. Είχαν περάσει ήδη τέσσερις μέρες από τότε που μπήκαν στο διαμέρισμα, και είχαν πλέον ξεπακετάρει τις περισσότερες κούτες που έκαναν το σαλόνι τους να μοιάζει με αποθήκη καταστήματος. Η μυρωδιά του φρέσκου βαψίματος κυριαρχούσε ακόμη. Η Αφροδίτη ακούμπησε τη σαλατιέρα στο τραπέζι και μειδίασε.
«Πώς πήγε η δουλειά σήμερα;»
Ο Κώστας έπιασε με την τσιμπίδα μια μεγάλη μερίδα λαζάνια.
«Πολλή δουλειά, κλασικά. Έχουμε ένα νέο έργο, πολύ απαιτητικό, αλλά πάει καλά. Ο πελάτης θα μείνει πολύ ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα».
Ο Κώστας ήταν είκοσι οκτώ, αρχιτέκτονας. Αγαπούσε το επάγγελμά του παρά τις προκλήσεις του. Το τελευταίο έργο στο οποίο δούλευε, ένα σύγχρονο συγκρότημα γραφείων κοντά στην Πλατεία Αριστοτέλους, κατανάλωνε μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειάς του. Απόψε, όμως, ήθελε μόνο να επικεντρωθεί στο γαλήνιο δείπνο με τη σύζυγό του. Η Αφροδίτη έκατσε στην απέναντι μεριά του τραπεζιού.
«Είμαι τόσο περήφανη για σένα. Έκανες πολλά τον τελευταίο καιρό με τη μετακόμιση, τη δουλειά, την προετοιμασία για το μωρό. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις».
Ο Κώστας έσκυψε πάνω από το τραπέζι για να της σφίξει το χέρι.
«Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα χωρίς εσένα. Εσύ είσαι αυτή που συμβάλλεις περισσότερο. Δεν χρειάζεται να κουράζεσαι. Και μόνο που φροντίζεις τον εαυτό σου και το μωρό είναι αρκετό».
Η Αφροδίτη χαμογέλασε και χαμήλωσε το βλέμμα.
«Μιας και ανέφερες το μωρό, καθάρισα λίγο το παιδικό δωμάτιο σήμερα. Είναι σχεδόν έτοιμο. Ανυπομονώ».
«Κι εγώ ανυπομονώ».
Το νέο τους σπίτι δεν ήταν απλώς τέσσερις τοίχοι· ήταν μια υπόσχεση για το μέλλον, ένας χώρος για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί η οικογένειά τους.
Το τηλέφωνο του Κώστα χτύπησε. Έριξε μια ματιά στην οθόνη. Το σήκωσε με ένα απολογητικό βλέμμα προς την Αφροδίτη.
«Έλα, Πάνο. Τι έγινε;»
«Έλα, φίλε! Συγγνώμη για την ώρα. Πήρα να σου πω ότι άλλαξε η ώρα. Θα φύγουμε μία ώρα πιο μετά· ο Γιάννης δεν μπορεί πιο πριν. Είναι όλα έτοιμα όμως για το ΣΚ. Είσαι οκ;»
«Έγινε, κανένα θέμα. Τι ώρα λες;»
«Οκτώ».
«Α, καλύτερα. Θα κοιμηθώ λίγο παραπάνω!»
«Τέλεια! Ανυπομονώ. Θα μας κάνει καλό να ξεφύγουμε για λίγο».
Ο Κώστας έριξε μια ματιά στην Αφροδίτη, η οποία χαμογελούσε. Καταλάβαινε πόσο σημαντικό ήταν αυτή η ετήσια εκδρομή γι’ αυτόν. Μια ευκαιρία να αναζωογονηθεί και να επανασυνδεθεί με τους παιδικούς του φίλους.
«Τέλεια! Να περάσουμε να πάρουμε κρέατα. Θα τα έχει έτοιμα, ελπίζω», είπε ο Κώστας.
«Ε, ναι, εννοείται! Έγινε, φίλε. Τα λέμε σε δύο μερούλες. Θα περάσω να σας πάρω οκτώ το πρωί».
«Τέλεια. Καλό βράδυ, φίλε».
«Καλό βράδυ!»
Ο Κώστας έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε την Αφροδίτη. Έβαζε μια δεύτερη μερίδα λαζάνια.
«Ο Πάνος περιμένει πώς και πώς την εκδρομή».
«Χαίρομαι», είπε η Αφροδίτη. «Σου αξίζει λίγος χρόνος για να χαλαρώσεις και να διασκεδάσεις, γιατί μετά... αρχίζουν τα ζόρια! Απλώς υποσχέσου μου ότι θα προσέχεις».
Ο Κώστας σηκώθηκε να τη φιλήσει.
«Θα προσέχω. Το υπόσχομαι. Και θα επιστρέψω πριν το καταλάβεις», είπε και τη χάιδεψε τρυφερά στην πλάτη.
Πέρασαν το υπόλοιπο της βραδιάς μιλώντας για το μωρό, τα σχέδιά τους για το σπίτι και τα όνειρά τους για το μέλλον. Τέτοιες στιγμές έκαναν τον Κώστα να αισθάνεται τυχερός που είχε την Αφροδίτη στο πλευρό του.

Καταρράκτες Καγιά, Καϊμακτσαλάν, 10 Νοεμβρίου 2035 μ.Χ.
Ο Κώστας έκλεισε το κύριο φερμουάρ της σκηνής. Ο δροσερός, ορεινός αέρας τον ανατρίχιασε. Άκουγε μειδιώντας τη συζήτηση και τα γέλια των καλύτερων φίλων του. Αυτήν την ετήσια εκδρομή την έκαναν εδώ και χρόνια· μια παράδοση που είχε ξεκινήσει ως απλή εξόρμηση στο λύκειο και είχε εξελιχθεί σε μια αγαπημένη τελετουργία. Ο Παναγιώτης, ο μεγαλύτερος ηλικιακά φίλος του, έδειξε το σκαμνί από την άλλη πλευρά της φωτιάς.
«Κώστα, πιάσε μία τον φακό εκεί».
Ο Παναγιώτης ήταν ένας ψηλός άντρας με μαύρα μαλλιά ως τους ώμους. Είχε πυκνά μούσια, που του προσέδιδαν έναν σοβαρό, κάπως αυστηρό αέρα. Ξεχώριζε εύκολα με την παρουσία του, μιας και το ύψος του και οι μύες του εντυπωσίαζαν τους γύρω του.
Ο Κώστας πήρε μια βαθιά ανάσα πεύκινου αέρα. Πέταξε τον φακό στον Παναγιώτη. Εκείνος τον έπιασε χαμογελώντας.
«Πόσο τέλεια είναι εδώ», είπε ο Κώστας. «Κάθε χρόνο περιμένω πώς και πώς αυτήν την εκδρομή».
Ο τρίτος της παρέας, ο Γιάννης, σκάλισε τη φωτιά με ένα ξύλο.
«Ναι, ό,τι καλύτερο. Ειδικά τώρα που έχουμε τόσες δουλειές. Είναι μια ευκαιρία για να ξεσκάσουμε».
Ο Γιάννης είχε κοντά μαλλιά, μαύρα μάτια και μούσι που ταίριαζε στο διαπεραστικό του βλέμμα. Ήταν δραστήριος, γεμάτος ενέργεια, αλλά κάποιες φορές τον έπιανε μια νωχελική διάθεση. Ήταν λιγάκι ασταθής, απρόβλεπτος. Μία παθιασμένος και μία απόμακρος.
Ο Κώστας χαμογέλασε, αν και κάπως ανήσυχα. Στο σπίτι, η εγκυμοσύνη της Αφροδίτης είχε κυλήσει ομαλά μέχρι στιγμής. Ένιωθε μια συνεχή θέληση να γυρίσει σε εκείνη. Με την πρόσφατη μετακόμιση, μπορεί να της έπεφταν πολλά μαζί. Ίσως θα ήταν καλύτερα να ανέβαλε την εκδρομή. Μπορεί να περνούσαν μια κουραστική περίοδο, όμως ήταν συναρπαστικό να σκέφτεται το μέλλον που έχτιζαν μαζί.
Το τηλέφωνό του χτύπησε. Βιντεοκλήση στο Ίνστατζερ. Το σήκωσε. Το πανέμορφο πρόσωπο της Αφροδίτης εμφανίστηκε στην οθόνη, με το γνώριμο φόντο του νέου τους σαλονιού.
«Γεια».
«Γεια σου, αγάπη μου», είπε η Αφροδίτη, κάπως καθυστερημένα λόγω του κακού σήματος. «Πώς πάει... ταξίδι;»
Ο Κώστας έριξε μια ματιά στους δύο φίλους του που άνοιγαν από μια κονσέρβα για να φάνε.
«Υπέροχα είναι. Περνάμε τέλεια».
«Αυτά είναι. Μου λείπεις... χαίρομαι... περνάς καλά. Σε περιμένω... και πώς. Να προσέχεις... άξει;»
«Θα προσέχω. Το υπόσχομαι. Πώς είσαι εσύ; Ο μικρός;»