Θάλασσα Αθανάτων
Αποστολόπουλος Δημήτρης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Κεφάλαιο 1
Το βράδυ έρχεται και, σε λίγο, τα πέπλα της νύχτας θ’ α-πλωθούν ανάλαφρα πάνω απ` τον καλοκαιρινό ουρανό της Αθήνας. Σε κάποιο αστυνομικό τμήμα, στο κέντρο της πόλης, τα φώτα του διαδρόμου μόλις ανάβουν και εκεί, έξω απ` το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, καθισμένος σ` έναν ξύ-λινο πάγκο, ο Άρης αγωνίζεται να συνέλθει.
Ακόμα η καρδιά του χτυπά γρήγορα, ανήμπορη κι αυτή ν` αλλάξει τον ξέφρενο ρυθμό της, λες και ακόμα τους καταδιώ-κουν τα περιπολικά και οι μοτοσυκλέτες της αστυνομίας. Πάλι καλά που δε σκοτώθηκαν πουθενά, άντε όμως τώρα να τα βγάλεις πέρα με τον αξιωματικό υπηρεσίας, που έχει βάλει τις φωνές σ` εκείνους τους νεαρούς, που έχει στριμώξει μέσα στο γραφείο του και τους βεβαιώνει ότι έχει, όπως λέει, «ράμματα για τη γούνα τους», καθώς ξέρει καλά «τι κουμάσια είναι».
Ένας Θεός ξέρει πότε θα ξεμπερδέψει μ` αυτούς, για να `ρ-θει μετά η σειρά τους, μαζί με τον παρακαθήμενο, τον Τόλη, να περάσουν κι αυτοί στο γραφείο. Ο Τόλης, χωρίς την παρα-μικρή αμφιβολία, είναι ο αποκλειστικός υπαίτιος για τη δύ-σκολη θέση που βρίσκονται οι δυο τους.
Με το βλέμμα καρφωμένο στο μωσαϊκό του διαδρόμου, ο Άρης θέλει να συγκεντρωθεί λίγο και να προετοιμαστεί για μετά, αλλά απ` την άκρη του ματιού του βλέπει τον Τόλη, που του ρίχνει κλεφτές ματιές από δίπλα. Δεν πρόκειται να του δώσει σημασία όμως, ας αναλάβει εκείνος όλη την ευθύνη πρώτα και δεν πρόκειται να του ξαναμιλήσει ποτέ. Να ξεκα-θαρίσει τα πράγματα, να εξηγήσει στον άλλο, που ακόμα ωρύ-εται μέσα, ότι φταίει ο ίδιος και ότι ο Άρης πρέπει να πάει σπίτι του.
Καθώς σηκώνει την πλάτη του, για ν` ακουμπήσει λίγο στο τοίχο, οι χειροπέδες του σφίγγουν τους καρπούς ακόμα χειρό-τερα έτσι, πισθάγκωνα, που είναι δεμένος. Η εντελώς άβολη στάση του ταιριάζει απόλυτα με την αγωνία και την ανησυχία που τον κυριεύουν, τώρα που αρχίζει να ξεπερνά την κατά-πληξη απ` όσα, απίστευτα, προηγήθηκαν.
Με τα ρούχα της δουλειάς ακόμα, ένα μαύρο παντελόνι με πιέτες, λευκό πουκάμισο με τα μανίκια του γυρισμένα προς τα πάνω, και τα σκαρπίνια στα πόδια του, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα, εντελώς διαφορετικός, καμία σχέση με την αλη-τεία που κουβαλιέται εδώ μέσα. Έτσι νομίζει τουλάχιστον, μια και η αστυνομία έχει άλλα κριτήρια προκειμένου να ξεχωρίζει την ήρα της κοινωνίας απ` το στάχυ της.
Ήρθε όμως η ώρα, για να θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, καθώς ένας αστυφύλακας βγαίνει τώρα απ` το γραφείο με ε-ντολή να τους οδηγήσει ενώπιον του προϊσταμένου του. Ο ε-κτελών τα καθήκοντα του αξιωματικού υπηρεσίας τους κάνει ένα νεύμα, πού να καθίσουν, και κατόπιν απευθύνεται σ` έναν απ` τους αστυνομικούς, που συμμετείχαν στην καταδίωξη.
«Για πες μου τι έχουμε εδώ;»
«Οι δυο τους, με μια μοτοσυκλέτα, χωρίς πινακίδες, έγιναν αντιληπτοί από τροχονόμο, επί της οδού Αχαρνών, καθώς ο-δηγούσαν επικίνδυνα, κάνοντας σούζες και τρέχοντας με υ-περβολική ταχύτητα. Δε συμμορφώθηκαν με την υπόδειξη να σταματήσουν και, κατόπιν καταδίωξης, υπηρεσιακά οχήματα πέτυχαν την ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας. Υπέπεσαν σε σωρεία τροχαίων παραβάσεων, παραβίασαν πινακίδες «STOP» και τον ερυθρό σηματοδότη επανειλημμένως.»
«Τους ψάξατε;»