Συνεργείο αυτοκινήτων
Κυριακίδης Λάζαρος
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


ΤΑ ΛΟΓΙΑ
Χρειαζόμαστε λόγια
Πολλά λόγια
Ο πόνος χρειάζεται λόγια
Ο φόβος χρειάζεται λόγια
Η ντροπή χρειάζεται λόγια
Η ενοχή χρειάζεται λόγια
Η οργή χρειάζεται λόγια
Η απόγνωση
Κυρίως η απόγνωσή μας
Χρειάζεται λόγια
Το κενό
Χρειάζεται λόγια
Ποιος θα μας δανείσει λόγια να πούμε
Τόσα πολλά που χρειαζόμαστε;
Ποιος έχει να μας δώσει
Τόσα πολλά ποιήματα;

ΕΙΔΑ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΝΑ ΚΛΑΙΕΙ
Πόσο υπέροχο
Πόσο πολύτιμο
Και πόσο σπάνιο
Να δεις στις μέρες μας
Κάποιον να κλαίει
Δεν ξέρω αν ήταν αδελφή
Που αποχαιρετούσε την αδελφή της
Που την είχε επισκεφθεί από τα ξένα
Ή κόρη
Που αποχαιρετούσε τη μάνα της
Που την είχε επισκεφθεί απ’ το χωριό
Αυτό που ξέρω όμως είναι
Ότι στα χρόνια μου
Είδα έναν άνθρωπο να κλαίει

ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ
Τον αγάπησε σπαρακτικά
Σαν ένα πλάσμα δηλαδή
Που σπαράζει
Έχοντας ήδη δεχθεί το μοιραίο πλήγμα
Αυτό που θα το οδηγήσει στον θάνατο
Γι’ αυτό και όλα
Ήταν ήδη αργά
Το μόνο που απόμενε ήταν
Να δει πώς θα εξελιχθεί
Αυτό το δράμα
Πόσοι και ποιοι θα εμπλακούν
Πόσες και ποιες θα είναι
Οι κύριες
Και οι παράπλευρες απώλειες
Αν και
Ακόμη κι αυτό
Δεν είχε πια
Καμία σημασία
Κι ας ήταν τα χεράκια της σαν κεράκια
Κι ας ήταν τρυφερά σαν τον λαιμό του κύκνου
Αυτό ήταν
Ένα κύκνειο άσμα

ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΣΕ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΕΙΟ
Όπως οι παλιοί ανθρακωρύχοι
Έπιαναν τα καναρίνια
Και τα κατέβαζαν στις στοές
Μέσα σε κλουβιά
Να τους ειδοποιούν για τα επίπεδα
Του μεθανίου
Του μονοξειδίου
Και του διοξειδίου του άνθρακα
Ώστε να τις εγκαταλείπουν
Πριν την έκρηξη
Εκμεταλλευόμενοι
Την ευαισθησία των πουλιών
Που πέθαιναν
Σε κείνα τα αέρια
Αλλά ταυτόχρονα για να τ’ ακούν
Και να διασκεδάζουν όσο δούλευαν
Έτσι κι αυτήν
Την κατεβάσανε σε κείνον τον απόπατο
Την έκλεισαν σε κείνο το κλουβί
Σπίτι δεν το έλεγες
Με την τηλεόραση να παίζει μέρα νύχτα
Με πεθερά και κουνιάδα μέσα
Με ανίψια δαιμονισμένα
Που χόρευαν και κρέμονταν από πάνω της
Με άντρα που ξενοκοιμόταν
Κι έπινε
Να κελαηδά μόνο για χάρη τους
Να τους διασκεδάζει και να τους φροντίζει
Το πουλάκι μου
Σε κείνο το μπουντρούμι
Σαν τα καναρινάκια
Που οι Άγγλοι ανθρακωρύχοι
Των αρχών του περασμένου αιώνα
Τα έπαιρναν μαζί τους
Στις σκοτεινές και βρώμικες στοές
Να τους φυλάνε τη ζωή
Μα και να κάνουν
Να περνά
Ευχάριστα η ώρα τους
Κι όταν υπήρχε διαρροή
Το κελάηδημά τους
Που έπαυε ξαφνικά
Το γλυκό τους κελάηδημα
Τους έστελνε το μήνυμα ν’ αφήσουν τη στοά
Και να βγουν έξω να γλυτώσουν
Να ζήσουν αυτοί
Καθώς μες στις αναθυμιάσεις
Πεθαίναν εκείνα