Ιωάννα και Γιάννης
Καλοβούλου Ι. Λουκία
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Λυδία πληκτρολογεί τον ίδιο αριθμό που είχε πληκτρο-
λογήσει και πριν από 13 χρόνια.
«Παρακαλώ;»
«Μπορείτε να έρθετε στη Παπαναστασίου 12; Πρόκει-
ται για τη μητέρα μας», λέει σιγανά.
Η συνομιλία είναι σύντομη, αλλά ουσιαστική.
«Θα χρειαστούμε την ταυτότητά της και το πιστο-
ποιητικό του γιατρού. Θα σας ξανατηλεφωνήσουμε μόλις
ξεκινήσει το αυτοκίνητο για το σπίτι σας».
Τα παιδιά χρόνια τώρα δεν ζουν με τη μητέρα τους.
Έχουν τις δικές τους οικογένειες, τις δικές τους ζωές.
Αφήνει το κινητό στο τραπεζάκι και λέει με ανυπο-
μονησία: «Πρέπει να βρούμε την ταυτότητα. Έχεις καμιά
ιδέα πού μπορεί να είναι;»
«Παλιά την έβαζε στο γραφείο», αποκρίνεται ο Αντώ-
νης, καθώς ανοίγει το κεντρικό συρτάρι. Ψάχνουν αλλά
δεν τη βρίσκουν. Φύρδην μίγδην συνδετήρες, κλειδιά, λα-
στιχάκια. Και ανάμεσά τους συρραπτικά διαφόρων με-
γεθών, στυλό, μαρκαδόροι και ό,τι άλλο βάζει ο νους για
είδος πρώτης ανάγκης.
«Για δες και στα συρτάρια στο αριστερό ντουλαπά-
κι», τον παροτρύνει η Λυδία.
Ο Αντώνης επιχειρεί να ανοίξει το πρώτο συρτάρι από
πάνω. Κάτι τον εμποδίζει. Βάζει το χέρι του και ψαχου-
λεύει. Τέσσερις χάρτινοι κύλινδροι προβάλλουν αντίστα-
ση. Τους τραβάει εξω με προσοχή και μαζί με τους κυλίν-
δρους βγάζει και μια θήκη λαιμού.
«Σ’ αυτό το τσαντάκι την έβαζε η μαμά», αναφωνεί η
Λυδία όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει ο Αντώνης.
«Ερχόμαστε. Παρακαλώ να έχετε έτοιμα και τα ρούχα
που θα της φορέσουμε».
«Μην ανησυχείτε. Θα τα έχουμε. Θα τα πάρετε μαζί
με την ταυτότητα».
«Έρχονται», λέει στην αδελφή του και παραμερίζει
τους κυλίνδρους για να ανοίξει το τσαντάκι. Η ταυτότητα
κάνει την εμφάνισή της. Τι κι αν είναι τσαλακωμένη και
με θολό το πλαστικό της περίβλημα. Είναι ακόμη ευανά-
γνωστη. Τα παιδιά νιώθουν ανακούφιση και για μια στιγ-
μή ο Αντώνης ψηλαφίζει τους κυλίνδρους και λέει: «Αυτό
δεν μοιάζει με απλό χαρτόνι…»
«Αντώνη, έχουμε καιρό γι’ αυτά. Άσε τους πάνω στο
γραφείο και έλα να μου κατεβάσεις τα ρούχα της», τον
διακόπτει η αδελφή του. «Ξέρεις. Εκείνο το άσπρο τα-
γέρ, που είχε φυλαγμένο εδώ και πολύ καιρό μέσα σε μια
πάνινη θήκη».
Ο Αντώνης ξέρει και πολύ καλά μάλιστα. Θυμάται και
τη συζήτησή τους πολλά χρόνια πριν.
«Παιδιά, άμα χρειαστεί να φύγω…»
Τότε την είχε διακόψει απότομα.
«Μαμά, δεν θα φύγεις!»
«Όλοι φεύγουν παιδί μου», του είχε απαντήσει.
Η Meri, η γυναίκα που τη φρόντιζε τα τελευταία δέκα
χρόνια είχε παρέμβει στη συζήτησή τους.
«Μη λέτε τέτοια λόγια, κυρία Ιωάννα». Και για να
προλάβει την αντίδρασή της: «Μην ανησυχείτε, θα τους
το δείξω εγώ». Είχε κομπιάσει για λίγο προτού συμπλη-
ρώσει: «Άμα χρειαστεί».
«Όχι άμα Meri μου, όταν» την είχε διορθώσει η Ιω-
άννα και είχε προσθέσει: «Και το πουκάμισο θέλω να το
διαλέξεις εσύ…»
Και να που τώρα, ακριβώς την ώρα που τους είναι
απαραίτητη η παρουσία της Meri, εκείνη απουσιάζει. Τη
χρειάστηκε επειγόντως η δική της οικογένεια και για μια
εβδομάδα έχει αφήσει μίαν άλλη κυρία στο πόδι της.
Χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Οι δύο υπάλλη-
λοι του γραφείου ντυμένοι με μαύρο ατσαλάκωτο κου-
στούμι, κολλαριστό άσπρο πουκάμισο και μαύρη γραβά-
τα καλημερίζουν τα αδέλφια με τυπική ευγένεια.
Παραλαμβάνουν την Ιωάννα ντυμένη με το λευκό της
ταγέρ και μ’ ένα ωραίο κατακόκκινο πουκάμισο που σβή-
νει λίγο τη χλωμάδα του προσώπου της.
Η διαδικασία απομάκρυνσης της κυρίας του σπιτιού
γίνεται πολύ γρήγορα. Καθώς ο Αντώνης κλείνει τη βαριά
σιδερένια εξώπορτα πίσω τους, σκέφτεται: Ήταν πολύ
βιαστικοί. Μάλλον τους περιμένουν και αλλού. Ας έχει τα
χρόνια της μαμάς και ο επόμενος πελάτης τους.
Κοιτάζουν ολόγυρα. Το σπίτι τους φαίνεται άδειο χω-
ρίς την οικοδέσποινά του.
Κι όμως…«Εγώ τη νοιώθω. Δεν μπορεί. Κάπου εδώ εί-
ναι…» ψιθυρίζει η κόρη. Ο γιος περνάει το χέρι του γύρω
στους ώμους της και την αγκαλιάζει τρυφερά. «Πήγε να
τον βρει, αδελφούλα. Είναι και πάλι μαζί».
Η Ιωάννα έφυγε ήρεμη μέσα στον ύπνο της. Ακριβώς
όπως το επιθυμούσε.

Αρχική τακτοποίηση
Μια βδομάδα αργότερα έχουν γίνει όλα τα απαραίτητα
για να συγχωρεθεί η ψυχή της μητέρας τους και τα αδέλ-
φια επιχειρούν να βάλουν τάξη στο διώροφο, που στέκει
αγέροχο σε πείσμα των γειτονικών πολυκατοικιών.
Ξεκινούν και πάλι από το γραφείο.
Έχουν πάρα πολλή δουλειά μπροστά τους. Ανοίγουν
ένα άδειο χαρτονένια κιβώτιο για να βάλουν οτιδήποτε
τους ενδιαφέρει από πρακτική ή συναισθηματική άποψη.
Η Λυδία κάνει την κίνηση να πάρει τους τέσσερις κυ-
λίνδρους για να τους βάλει στο κιβώτιο και ο Αντώνης
τη σταματάει με το χέρι του. «Άνοιξέ τους να δούμε τι
είναι».
«Αντώνη, ο χρόνος μας πιέζει. Να, θα τους βάλω εδώ
στην άκρη για να μην τσαλακωθούν και θα τους δούμε
αργότερα με την ησυχία μας». Του αποκρίνεται καθώς
παραμερίζει το χέρι του. Αποφεύγει το βλέμμα του για να
μη διαβάσει τη δυσαρέσκεια της στιγμής.
Στη συνέχεια αδειάζουν ένα- ένα τα συρτάρια πάνω
στο τζάμι του γραφείου. Κάτω από το τελευταίο συρ-
τάρι προβάλλει ένα παλιοκαιρισμένο χαρτονένιο ντοσιέ.
Το τραβούν με αργές κινήσεις. Είναι γεμάτο εύθραυστα
κιτρινισμένα επιστολόχαρτα που κρύβουν την καθημερι-
νότητα και τα συναισθήματα μιας άλλης εποχής. Η Λυδία
αφιερώνει μερικά λεπτά να τα περιεργαστεί.
«Αντώνη, είναι η αλληλογραφία τους. Στα απομνημο-
νεύματά του ο μπαμπάς γράφει πως την είχε κρατήσει».
Ξεφυλλίζει το ντοσιέ στα γρήγορα, αλλά και με τη
δέουσα προσοχή. Έχει την περιέργεια να δει τις ημερο-
μηνίες και τον τρόπο που προσφωνεί ο ένας τον άλλον.
Είναι από τον Μάιο του 45 μέχρι τον Ιούλιο του 49 και
με την πάροδο του χρόνου από το «Αγαπητή φίλη» και
το «Φίλε Γιάννη», περνούν στο «Αγαπημένη μου γλυκιά
αγαπούλα» και στο «Γλυκιά μου Ζαννούλα».
Ο Αντώνης διαβάζει στα κλεφτά πάνω από τον ώμο
της αδελφής του. «Για κοίτα εδώ. Τον αποκαλεί “Αγα-
πητό μου κουκλί”». Τα αδέλφια χαμογελούν αυθόρμητα,
ενώ κάνουν την ίδια σκέψη: Πόσο όμορφος να ήταν άρα-
γε στα μάτια της.
Συνεχίζουν για λίγη ώρα το ξεφύλλισμα και τις παρα-
τηρήσεις: «Ακόμα και ο τρόπος που υπογράφουν αλλάζει.
Τα τελείως τυπικά “Γιάννης” και “Ιωάννα” γίνονται από
το ένα γράμμα στο επόμενο “Ο Γιαννάκης σου” και “Η
Ζαννούλα σου”…», λέει η Λυδία χωρίς να κρύβει τον εν-
θουσιασμό της για τον θησαυρό που ανακάλυψαν.
«Αντώνη, τι θάλεγες να τα σκανάρουμε, να τα ψηφι-
οποιήσουμε και απλά να τα έχουμε στους υπολογιστές
μας;»
«Ναι, κάνε το, αλλά τα πρωτότυπα θα μείνουν εδώ
που ανήκουν. Στο σπίτι τους», της απαντάει εκείνος, την
ώρα που τη βλέπει να βάζει το ντοσιέ με ευλάβεια στην
τσάντα της. Ό,τι και να πω δεν θα της αλλάξω γνώμη.
Κάποια στιγμή θα την κάνει την ψηφιακή εκτύπωση,
σκέφτεται. Τρέμει το ενδεχόμενο μήπως κάποιες σελίδες
καταστραφούν κατά τη διαδικασία της ψηφιοποίησης.
Προτού συνεχίσουν την τακτοποίηση, άθελά τους συλ-
λογίζονται συγχρόνως: Άραγε θα ήταν ιεροσυλία να τα
διαβάζαμε κάποια στιγμή;
Έρχεται η σειρά του ρουχισμού.
«Δεν γίνεται να κρατήσουμε όλα της τα ρούχα. Είναι
πάρα πολλά. Υπάρχει τόσος κόσμος εκεί έξω που τα έχει
ανάγκη».
Ο Αντώνης συμφωνεί και κάπως έτσι η Λυδία ξεκι-
νά τη διαλογή ρούχων και παπουτσιών γεμίζοντας μεγά-
λες μαύρες σακούλες και παλιές βαλίτσες. Τις σακούλες
τις μεταφέρουν στους μωβ κάδους που έχει τοποθετήσει
πρόσφατα ο Δήμος της πόλης σε κεντρικούς δρόμους και
πλατείες. Τις βαλίτσες που περιέχουν και τα πιο καλά
ρούχα θα τις πάνε στην Εκκλησία. Κάποια άλλη στιγμή
θα γίνει ξεκαθάρισμα σε κουζινικά σκεύη, σερβίτσια πιά-
των και ποτηριών, καθώς και σ’ ένα πλήθος διακοσμητι-
κών μπιμπελό.
Την ίδια ώρα ο Αντώνης κάνει τη δική του έρευνα στη
χειροποίητη βιβλιοθήκη με τα τζαμένια πορτάκια. Ατε-
λείωτοι τόμοι με φύλλα πιο λεπτά και από τσιγαρόχαρτο
γεμίζουν σχεδόν δύο ράφια. Είναι οι έγκυρες αξιόλογες
εγκυκλοπαίδειες του Πάπυρου Λαρούς και του Ηλίου.
Η καθαρεύουσα στην οποία είναι γραμμένα τα λύμματα
τις καθιστούν δυσνόητες για τη σημερινή νεολαία. Στην
προσπάθεια του να ανασύρει έναν τόμο, ένα μακρόστε-
νο χαρτονένιο κουτί πέφτει στο πάτωμα. Εκατοντάδες
ασπρόμαυρες φωτογραφίες με δαντελωτό περίγραμμα
ξεχύνονται στα πόδια του. Η Λυδία σταματά τη δική της
δουλειά και σπεύδει να τον βοηθήσει να τις μαζέψουν.
Έχει όμως τον σκοπό της. Ρίχνει επιλεκτικά κάποιες φω-
τογραφίες μέσα στην τσάντα της. Ας είναι και χύμα, δεν
πειράζει, σκέφτεται.