Τζέιμσταουν - Η αρχή ενός νέου κόσμου - Η ίδρυση και η εξέλιξη της αποικίας στη Βιρτζίνια
Παρισιάδης Άκης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Εισαγωγή
Πριν η Αμερική γίνει Ηνωμένες Πολιτείες, πριν
αποκτήσει σημαία, πρόεδρο, πόλεις με μεγάλους
δρόμους και λιμάνια γεμάτα πλοία, ήταν ένας
απέραντος κόσμος που ζούσε ήδη τη δική του ιστορία.
Δεν ήταν άδεια γη.
- Αυτό πρέπει να το πούμε από την αρχή,
καθαρά.
Όταν οι Ευρωπαίοι άρχισαν να φτάνουν στην άλλη
πλευρά του Ατλαντικού, δεν βρήκαν έναν τόπο που
περίμενε απλώς να κατοικηθεί. Βρήκαν ανθρώπους,
φυλές, χωριά, γλώσσες, συνήθειες, εμπορικούς
δρόμους, πολέμους, συμμαχίες, καλλιέργειες και
θρησκείες. Βρήκαν έναν ολόκληρο κόσμο, που δεν
είχε ανάγκη την Ευρώπη για να υπάρξει.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Βόρειας Αμερικής δεν
έμοιαζαν όλοι μεταξύ τους. Άλλοι ζούσαν κοντά σε
ποτάμια και λίμνες, άλλοι σε δάση, άλλοι σε
πεδιάδες, άλλοι στις ακτές. Κάποιοι κυνηγούσαν
βίσονες, άλλοι καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια
και κολοκύθες. Κάποιοι μετακινούνταν ανάλογα με
την εποχή, άλλοι ζούσαν σε μόνιμους οικισμούς.
Η ήπειρος δεν ήταν ένας χάρτης με κενά σημεία.
Ήταν γεμάτη ζωή.
Κι όμως, στα μάτια των Ευρωπαίων που θα
έρχονταν αργότερα, αυτή η γη θα φαινόταν σαν
υπόσχεση. Γη για καλλιέργεια, δάση για ξυλεία,
ποτάμια για εμπόριο, λιμάνια για πλοία, ζώα για
γούνες, και κυρίως χώρος. Πολύς χώρος. Για
ανθρώπους που στην Ευρώπη ένιωθαν στριμωγμένοι,
φτωχοί, κυνηγημένοι ή απλώς άτυχοι, η Αμερική θα
γινόταν σιγά σιγά κάτι περισσότερο από τόπος. Θα
γινόταν ιδέα.
Αλλά πριν γίνει ιδέα, ήταν κίνδυνος. Το ταξίδι δεν
ήταν ρομαντικό. Δεν ήταν σαν τις εικόνες που
βλέπουμε σήμερα σε παλιά βιβλία, με καράβια να
σκίζουν τα κύματα και γενναίους άνδρες να κοιτούν
τον ορίζοντα. Το ταξίδι στον Ατλαντικό ήταν βρώμα,
φόβος, αρρώστια, πείνα, κρύο και άγνοια. Οι
άνθρωποι έμπαιναν σε ξύλινα πλοία χωρίς να ξέρουν
αν θα φτάσουν. Πολλοί δεν είχαν ξαναδεί θάλασσα.
Άλλοι δεν ήξεραν καν τι ακριβώς τους περίμενε.
- Κάποιοι έφευγαν για να σωθούν.
- Κάποιοι για να πλουτίσουν.
- Κάποιοι επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή.
- Και κάποιοι δεν έφυγαν ποτέ με τη θέλησή
τους. Τους πήραν.
Αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά της μεταναστευτικής
ιστορίας της Αμερικής. Δίπλα στους φτωχούς
Ευρωπαίους, στους θρησκευτικά διωκόμενους, στους
εργάτες και στους μικρούς αγρότες, υπάρχει και η
ιστορία των Αφρικανών που μεταφέρθηκαν βίαια
στην Αμερική ως σκλάβοι. Δεν ήταν μετανάστες με
την κανονική έννοια. Δεν διάλεξαν το ταξίδι. Δεν
αναζήτησαν καλύτερη ζωή. Τους άρπαξαν από τη
ζωή τους και τους έκαναν περιουσία άλλων
ανθρώπων.
Χωρίς αυτή την αλήθεια, η ιστορία της Αμερικής
δεν αποτυπώνεται, δε λέγεται σωστά.
Η μετανάστευση προς την Αμερική δεν ήταν μία
ιστορία. Ήταν πολλές ιστορίες μαζί. Ήταν ελπίδα και
βία. Ήταν θάρρος και απληστία. Ήταν πίστη,
ανάγκη, εμπόριο, πόλεμος, τύχη και αδικία.
Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που έφτασαν δεν σκέφτονταν
όλοι να φτιάξουν μια νέα πατρίδα. Πολλοί ήθελαν
γρήγορο κέρδος. Χρυσό, γη, εμπορεύματα. Άλλοι
ήθελαν να διαδώσουν τη θρησκεία τους. Άλλοι
έψαχναν πέρασμα προς την Ασία. Άλλοι έρχονταν ως
υπηρέτες με συμβόλαιο, δουλεύοντας χρόνια για να
πληρώσουν το ταξίδι τους.
Η Αμερική, λοιπόν, δεν ξεκίνησε ως όνειρο
ελευθερίας για όλους. Αυτό είναι μύθος. Ξεκίνησε ως
σκληρό πείραμα.
Ένα πείραμα επιβίωσης.
Όποιος έφτανε εκεί έπρεπε να μάθει γρήγορα. Να
χτίσει σπίτι, να βρει τροφή, να αντέξει τον χειμώνα,
να αντιμετωπίσει ασθένειες, να καταλάβει τη γη, να
συνυπάρξει ή να συγκρουστεί με τους ανθρώπους
που ζούσαν ήδη εκεί.
Δεν υπήρχαν βεβαιότητες παρά μόνο προσπάθεια.
Και κάπως έτσι, πριν ακόμη γεννηθούν οι
Ηνωμένες Πολιτείες, άρχισε να δημιουργείται το
υλικό από το οποίο θα φτιαχνόταν η χώρα. Άνθρωποι
από διαφορετικούς τόπους, με διαφορετικές γλώσσες
και διαφορετικές ανάγκες, βρέθηκαν στην ίδια
ήπειρο. Άλλοι ως άποικοι, άλλοι ως εργάτες, άλλοι ως
κυνηγημένοι, άλλοι ως σκλάβοι.
Αυτή η συνάντηση δεν ήταν ειρηνική. Δεν ήταν
δίκαιη. Δεν ήταν απλή.
Αλλά ήταν η αρχή.
Η ιστορία της μετανάστευσης στις Ηνωμένες
Πολιτείες αρχίζει πριν υπάρξουν οι Ηνωμένες
Πολιτείες. Αρχίζει με ανθρώπους που κοιτούν προς
μια άγνωστη ακτή και πιστεύουν, σωστά ή λάθος, ότι
εκεί μπορεί να ξαναγραφτεί η ζωή τους. Και όπως
συμβαίνει συχνά στην Ιστορία, άλλοι έγραψαν τη
δική τους ζωή πάνω στις χαμένες ζωές άλλων.

Δύο κόσμοι πριν από τη συνάντηση
Γύρω στο 1606, δύο νέοι άνδρες ζούσαν σε δύο
διαφορετικές ηπείρους. Δεν είχαν ακούσει ποτέ ο
ένας για τον άλλον. Τους χώριζαν χιλιάδες
χιλιόμετρα θάλασσας, διαφορετικές γλώσσες και
διαφορετικοί τρόποι ζωής. Κι όμως, η μοίρα τους θα
συνδεόταν με έναν τρόπο που κανείς τους δεν
μπορούσε να φανταστεί.
Ο πρώτος ήταν ο Τόμας Γουίλσον, ένας
εικοσιτριάχρονος Άγγλος από την επαρχία του
Έσσεξ. Δεν ήξερε ακόμη τη λέξη Αμερική όπως θα τη
μάθαιναν οι επόμενες γενιές. Για εκείνον ήταν μια
φήμη. Μια ιστορία που περνούσε από στόμα σε
στόμα, σε ταβέρνες, σε λιμάνια και σε αγορές,
ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν είχαν πολλά να
χάσουν. Ζούσε σε έναν κόσμο όπου η γη σπάνια
ανήκε σε εκείνον που την καλλιεργούσε. Έσπερνε,
θέριζε, κουραζόταν, μα το μεγαλύτερο μέρος του
κόπου του κατέληγε στον γαιοκτήμονα. Οι φόροι
ήταν βαρείς, οι ευκαιρίες λίγες και το μέλλον έμοιαζε
να έχει ήδη αποφασιστεί πριν ακόμη γεννηθεί.
Δεν ήταν ήρωας. Δεν ήταν εξερευνητής. Δεν ήταν
άνθρωπος που γεννήθηκε για μεγάλα κατορθώματα.
Ήταν ένας απλός φτωχός Άγγλος, από εκείνους που
η Ιστορία σπάνια θυμάται με το όνομά τους. Κι όμως,
άνθρωποι σαν αυτόν θα γέμιζαν τα πλοία που θα
περνούσαν τον Ατλαντικό και θα άλλαζαν για πάντα
την ιστορία μιας ολόκληρης ηπείρου.
Την ίδια εποχή, στην ανατολική ακτή της Βόρειας
Αμερικής, ζούσε ο δεκαοκτάχρονος Ματόκα. Ανήκε
στη φυλή των Πασπαχέγκ, μία από τις περίπου
τριάντα φυλές που αποτελούσαν τη Συνομοσπονδία
των Powhatan. Το χωριό του βρισκόταν κοντά στις
εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, εκεί όπου έναν
χρόνο αργότερα οι Άγγλοι θα ίδρυαν τον οικισμό του
Τζέιμσταουν.
Ο Ματόκα δεν γνώριζε τον Τόμας. Δεν γνώριζε την
Αγγλία, ούτε τους βασιλιάδες της, ούτε τους φόρους
της, ούτε τη φτώχεια των χωρικών της. Ο δικός του
κόσμος είχε άλλους κανόνες.
Μεγάλωνε ανάμεσα σε ποτάμια, δάση και
καλλιεργημένες εκτάσεις. Οι άνθρωποι της φυλής
του καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια και
κολοκύθες, ψάρευαν στα ποτάμια, κυνηγούσαν στα
δάση και αντάλλασσαν προϊόντα με γειτονικές
φυλές. Η γη δεν ήταν εμπόρευμα με τον τρόπο που
την καταλάβαιναν οι Ευρωπαίοι. Ήταν ο τόπος όπου
ζούσαν οι πρόγονοι, όπου μεγάλωναν τα παιδιά και
όπου θα συνέχιζαν να ζουν οι επόμενες γενιές.
? Για τον Τόμας, η γη ήταν κάτι που του
έλειπε.
? Για τον Ματόκα, η γη ήταν κάτι μέσα στο
οποίο ήδη ζούσε.
Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διαφορά που πρέπει να
κρατήσουμε. Όταν ένας φτωχός Ευρωπαίος άκουγε
για την άλλη πλευρά του ωκεανού, φανταζόταν
χώρο, ιδιοκτησία και μια νέα αρχή. Όταν ένας νέος
της Συνομοσπονδίας των Powhatan έβλεπε άγνωστα
πλοία να εμφανίζονται στον ορίζοντα, δεν έβλεπε
ανθρώπους που έρχονταν σε μια άδεια γη. Έβλεπε
ξένους να μπαίνουν σε έναν κόσμο που ήταν ήδη το
σπίτι χιλιάδων ανθρώπων.
Πριν συναντηθούν, λοιπόν, ο Τόμας και ο Ματόκα
ζούσαν δύο τελείως διαφορετικές πραγματικότητες:
Ο ένας πίστευε ότι έπρεπε να φύγει για να
αποκτήσει μια ζωή.
Ο άλλος δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σύντομα
θα χρειαζόταν να αγωνιστεί για να διατηρήσει τη
ζωή που ήδη είχε.
Και κάπου ανάμεσα στους δύο απλωνόταν ο
Ατλαντικός Ωκεανός. Όχι ακόμη σαν δρόμος που
ένωνε δύο ηπείρους, αλλά σαν ένα τεράστιο φυσικό
σύνορο. Ένα σύνορο που πολύ σύντομα θα το
διέσχιζαν χιλιάδες άνθρωποι, μεταφέροντας μαζί
τους ελπίδες, φόβους, φιλοδοξίες και συγκρούσεις
που θα άλλαζαν για πάντα την ιστορία της Βόρειας
Αμερικής.