Bully Pulpit
Κυριακίδης Λάζαρος
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο όρος Bully Pulpit χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από
τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Τέοντορ Ρούσβελτ, με την
έννοια μιας περίοπτης θέσης, η οποία δίνει σε κάποιον τη δυνατό-
τητα να μιλάει αλλά και να ακούγεται. Ο Ρούσβελτ αναφερόταν
στο πολιτικό του γραφείο, αποκαλώντας το «bully pulpit», ως ένα
είδος πανίσχυρου άμβωνα από τον οποίο μπορούσε να υποστηρι-
χθεί οποιαδήποτε άποψη. Και βέβαια χρησιμοποιούσε τον όρο
bully, ως επίθετο, με την έννοια που είχε στην εποχή του και που
σήμαινε υπέροχος, θαυμάσιος.
Εμείς όμως θα το χρησιμοποιήσουμε με την τρέχουσα έννοια,
της δικής μας εποχής, και θα μιλήσουμε για έναν, ούτε λίγο ούτε
πολύ, Κακοποιητικό Άμβωνα.
Αν και απεχθάνομαι τα κηρύγματα ή τις εξομολογήσεις τύπου
TEDx speeches, όπου μιλάει κανείς αναφερόμενος σε προσωπικά
του προβλήματα, τα οποία όμως, όλως τυχαίως, στο προσωπικό
του παρόν δεν υφίστανται πια, θα μιλήσω, για λόγους σαφήνειας,
προσωπικά, δηλώνοντας ωστόσο ότι θα μιλήσω όχι ως επιτυχών,
αλλ’ ως αποτυχών. Και θα μιλήσω γιατί ελπίζω αυτό να βοηθήσει
κάποιον, να γίνει δηλαδή η ζωή μου παράδειγμα προς αποφυγήν.
Μεταστράφηκα στον Χριστό τον Ιανουάριο του 1992, μετά
από επταετή περίπου περίοδο ιώβειων βασάνων. Εκεί, στα τέλη
του 1991, δεν περπατούσα πια, αντί να μιλάω ρέκαζα ή τέλος πά-
ντων έβγαζα έναν ζωώδη, περίεργο θόρυβο από το στόμα μου, και
φοβόμουν τους πάντες και τα πάντα.
Εκείνο το πρωινό του Ιανουαρίου φαινόταν πως το επτάχρονο
ψυχορράγημά μου επρόκειτο να πάρει τέλος καθώς μετά από την
τελευταία επίσκεψη που έκανα στον ψυχίατρό μου, υποβασταζό-
μενος από τον πατέρα μου, και μετά τις απειλές του «ειδικού» ότι
θα με κλείσει στο ψυχιατρείο, αποφάσισα να αυτοκτονήσω. Πριν
όμως προλάβω να κάνω οτιδήποτε, ένιωσα το χέρι του πατέρα μου
να με σηκώνει από το κρεβάτι (τόπο μόνιμης κατοικίας μο υ) και
να μου λέει: Ντύσου να πάμε στην εκκλησία, να σε διαβάσει ο πα-
πάς.
Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχα να χάσω και τίποτα. Έβαλα λοι-
πόν το τεράστιο παλτό μου, ικανό να κρύβει το ότι είχα πλησιάσει
τα ενενήντα κιλά (σήμερα είμαι εβδομήντα), πήρα και την τσάντα
μου «για τα μάτια του κόσμου», αυτήν που θα χρησιμοποιούσα
αν δούλευα, και τον ακολούθησα, με τον γνωστό τρόπο, εκείνος
μπροστά κι εγώ από πίσω με το βήμα που κάναμε όταν παίζαμε
μικροί: μίλιτσι, κόλατσι. Και με μεγάλες παύσεις γεμάτες τρόμο
και ταραχή. Φόβο και απόγνωση.
Ο ιερέας ήταν εκεί, μας υποδέχθηκε σπλαχνικά και το περί-
εργο ήταν ότι, σε άλλο ναό, μεσήλικας πλέον, ήταν ο ίδιος ιερέας
που, νεαρός κάποτε, στη δική μας ενορία, είχε σταματήσει τη θεία
κοινωνία και προφήτευσε για μένα (παιδάκι τότε), πράγμα ασυ-
νήθιστο για ιερέα της Ορθόδοξης εκκλησίας. Εντάξει, δεν θα σας
πω τι είπε…
Πραγματικά με σπλαχνίστηκε, με κτύπησε, μετά τον εξορκι-
σμό, στον ώμο και μου λέει: Έλα βρε παιδάκι μου, όταν ο Θεός
μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών. Εκείνη την ώρα έβλεπα μπροστά μου
μόνον μια μαύρη φιγούρα (άσχετα αν τον είχα αναγνωρίσει), α-
ναδρομικά όμως εκείνη η μικρή φράση θα έλεγα πως πέρασε, έστω
για λίγο, σαν φως μες στο σκοτάδι.
Με τον πατέρα μου συνεχίσαμε και πήγαμε και σε άλλη εκκλη-
σία. Κάθισα σ’ ένα πεζούλι και σκεφτόμουν το μέλλον, που μου
φαινόταν ζοφερό: όσο ζούσαν οι γονείς μου θα με συντηρούσαν,
μετά όμως; Φανταζόμουν τον εαυτό μου να γυρίζει στους δρόμους
ρακένδυτος, και από πίσω η μαρίδα να τον περιπαίζει. Μια με-
γάλη παραίτηση ήρθε μέσα μου και, σχεδόν ρεαλιστικά, άνοιξα
την παλάμη μου και ένα μπαλάκι, που κρατούσα σφικτά μέχρι ε-
κείνη την ώρα, άρχισα να χοροπηδάει στο πλακόστρωτο της εκ-
κλησίας. Χωρίς να ξέρω τι είναι μετάνοια, γύρισα και είδα έναν
ανάπηρο άνδρα που με πολύ κόπο ανέβαινε τα σκαλιά ν’ ανάψει
κερί, και τον θαύμασα. Αχ, είπα, γιατί κι εγώ να μην είχα ακολου-
θήσει τον Θεό; Τώρα όμως είναι αργά. Είμαι εικοσιεννιά!
Συνεχίσαμε το οδοιπορικό και πήγαμε και σε τρίτη εκκλησία.
Εγώ ακολουθούσα απελπισμένος, σαν ένα γέρικο, κουρασμένο
βόδι. Θυμάμαι πως στην επιστροφή, φτάνοντας στη στάση του α-
στικού, ο πατέρας μου, θαρρείς και είχε ερμηνεύσει τις προηγού-
μενες μακάβριες σκέψεις μου, μου πρότεινε να μου αγοράσει ένα
παντελόνι. Να η λύση, σκέφτηκα. Θα το συντηρήσω όσο μπορώ,
για να μη γυρνάω ρακένδυτος και με κυνηγάνε τα πιτσιρίκια. Μό-
νον να είναι γερό, έλεγα από μέσα μου. Ένα μπλου τζην, μπαμπά,
του είπα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το παντελόνι, που ήθελα να
είναι γερό και που νόμιζα πως θα ’ταν το τελευταίο μου. Έκτοτε
αγόρασα πόσα αλήθεια παντελόνια;
Το λεωφορείο, επί της Εγνατίας, ήρθε. Ήταν σχεδόν άδειο, ο-
πότε εγώ κάθισα σε μια μονή θέση και ο πατέρας μου κάπου πιο
πέρα. Και τότε έγινε αυτό που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς.
Όταν φτάσαμε στο ύψος της ΔΕΘ, ξαφνικά ένιωσα ότι κάποιος
ήρθε, ότι κάποιος με πλησίασε από πίσω και από ψηλά. Δεν ξέρω
πώς αλλιώς να το πω. Γύρισα, και πριν προλάβω να πω «Ποιος;»
ένιωσα να με περιλούζει Αγάπη, μια άφατη αγάπη, ένα πνεύμα,
κάτι που εκείνη τη στιγμή δεν καταλάβαινα, με περιέλουζε με αυ-
τήν την αγάπη και ταυτόχρονα κάτι κόκκινο που έμοιαζε με αίμα
άρχισε να κατεβαίνει από το μέτωπο μέχρι τα πόδια μου. Με ση-
μερινούς όρους –τότε μάλλον δεν υπήρχαν αυτά ή εγώ δεν τα ή-
ξερα– θα το περιέγραφα σαν ένα τεράστιο υπερφυσικό ζωντανό
σκανάρισμα. Όταν το σκανάρισμα τελείωσε άλλαξαν όλα, όλα
ξαφνικά ήταν καθαρά, πρωτόγνωρα καθαρά. Κοίταξα απ’ το πα-
ράθυρο και για πρώτη φορά έβλεπα τους ανθρώπους καθαρά, α-
γνά. Αναφώνησα: «Αχ! Τι έγινε! Πιστεύω στον Θεό!». Και καθώς
δεν ήξερα να ερμηνεύσω το γεγονός, και κείνη την ασύλληπτη κα-
θαρότητα, είπα μέσα μου μια φράση που θυμήθηκα από έναν πα-
λιό καθηγητή μου: «Απέκτησα μάτια πιστού»! Έπειτα, σήμερα θα
έλεγα ταυτόχρονα, γύρισα προς τα αριστερά. Στο ίδιο ύψος με
μένα, στην απέναντι σειρά καθόταν ένας άνδρας. Προηγουμένως
τον είχα παρατηρήσει με δέος. Ένιωθα πάντα δέος όταν πίστευα
πως κάποιος ήταν υγιής. Και ξαφνικά αναφώνησα: «Αχ! Κι εγώ
γίνομαι υγιής!». Την ίδια ώρα όμως συνέβαινε κάτι παράξενο. Έ-
νιωθα πως ανεβαίνω, ανεβαίνω, φτάνω στο ύψος του, γίνομαι υ-
γιής, όμως εγώ κινούμαι σε ένα παράλληλο φρέαρ, τον προσπερ-
νάω και συνεχίζω να ανεβαίνω, είμαι υγιής αλλά δεν είμαι το ίδιο
υγιής. Δεν είμαι απλά υγιής, είμαι και κάτι άλλο.
Περιττό να σας πω πως εγώ, ο πρώην ημιπαράλυτος και φοβι-
σμένος, όταν ο πατέρας μου μου πρότεινε να κατέβει στην προη-
γούμενη στάση από εκείνη του σπιτιού μας περιμένοντας ένα
«Πού θα πας τώρα» με άκουσε να του λέω «Πολύ ευχαρίστως» και
όταν έφτασα στην πόρτα του σπιτιού, πλημμυρισμένος χαρά, πή-
δηξα και χτύπησα το ανώφλι όπως κάνουν οι βολεϊμπολίστες όταν
«καρφώνουν».
Κάθισα στον καναπέ. Εκείνα τα χρόνια είχαμε σόμπες. Παρα-
τηρούσα τη φλόγα που έκαιγε κι ένιωθα ότι μια τέτοια γλυκιά
φλόγα έκαιγε και στα σωθικά μου. Με καθάριζε, με ξεκούραζε, έ-
νιωθα παιδί. Σαν εκείνη τη στιγμή να γεννήθηκα. Εγώ, ένας εσω-
τερικός Ιώβ, ένιωθα σαν να μην είχα κοπιάσει ούτε μια μέρα, σαν
να μην είχα ζήσει πιο πριν ούτε μια μέρα.
Και επειδή είχα να πάω στον ψυχίατρο το απόγευμα (ήταν
τόσο κρίσιμα φαίνεται τα πράγματα που πήγαινα κάθε μέρα) έ-
βαλα τα παπούτσια μου. Τότε συνειδητοποίησα πως φορούσα
ρούχα. Είχα συνηθίσει τόσο πολύ να ζω με πιτζάμες, που αυτό μου
έκανε τόση εντύπωση. Χάιδευα τα ρούχα μου σαν να τα έβλεπα
για πρώτη φορά κι αυτά, μου φαινόταν τόσο ωραία, και τόσο κα-
θαρά…
Το άλλο που με έκπληξη συνειδητοποίησα ήταν ότι ξεκίνησα
και πήγαινα στον ψυχίατρο μόνος μου! Χωρίς να το σκεφτώ. Ό-
ταν όμως κτύπησα το κουδούνι του αυτός με αντίκρισε έκπληκτος.
«Γιατί ήρθες τόσο νωρίς;», μου είπε. Του είπα πως είμαι καλά και
πως θέλω απλώς να τον πληρώσω και να φύγω. Το σοκ ανταγωνι-
ζόταν την ανησυχία του. Μου ζήτησε να τον περιμένω στο σαλο-
νάκι. Όταν όμως ήρθε και μου ζήτησε να ανέβω στο κλασικό ψυ-
χαναλυτικό «ντιβάνι» αρνήθηκα. Προσπάθησα να του εξηγήσω
αλλά μάλλον δεν ήξερα πώς να το κάνω ή ντρεπόμουν. Στην Ελ-
λάδα τα θρησκευτικά πράγματα μερικές φορές είναι τέτοια, ή
τόσο συκοφαντημένα, που πολλοί διστάζουν να τα υπερασπι-
στούν. Ήμουν κι εγώ, ακόμη, ένας απ’ αυτούς. Με ακολούθησε στο
ασανσέρ και καθώς έφευγα, τον άκουσα, ακολουθώντας από τις
σκάλες να φωνάζει: «Ξέρεις πώς ήσουν χθες;» ώσπου, λαχανιασμέ-
νος, ομολόγησε, μην έχοντας κι αυτός κάτι άλλο να πει: «Εσύ είσαι
φαινόμενο στην ιστορία της ψυχιατρικής».
Πήγα σ’ ένα ναό και προσευχήθηκα. Ένιωθα πως η Θεσσαλο-
νίκη τυλίγεται από ένα βυσσινί και πως σε διάφορα σημεία της
πέφτουν από τον ουρανό φλόγες. Σαν κάποιος να μου έλεγε:
Τώρα εκεί, τώρα εκεί!
Στη συνέχεια, μπήκα σε ένα ζαχαροπλαστείο (παρότι δυστυ-
χής, δεν ήμουν ποτέ περίεργος άνθρωπος και ποτέ δεν έκανα πα-
ράξενες και αυθόρμητες κινήσεις) και αγόρασα μια τούρτα γενε-
θλίων. Και όταν έφτασα σπίτι, άρχισα να τηλεφωνώ στους συγγε-
νείς και να τους λέω «Ελάτε να σας κεράσω τούρτα. Σήμερα γεν-
νήθηκα». Οι άνθρωποι, ξέροντας μέσες άκρες ότι κάτι μου συμ-
βαίνει, φαντάζομαι πόσο θα τρόμαξαν. Αργότερα βέβαια, όταν
για πρώτη φορά θα έπαιρνα στα χέρια μου τη Γραφή, θα μάθαινα
πως όλα αυτά ήταν φυσιολογικότερα των φυσιολογικών, πως έτσι,
κανείς, πιστεύει, και πως όταν πιστέψει, αναγεννιέται. Τότε όμως,
εγώ, το παλιό παπαδάκι, πρωτοπαλίκαρο του κατηχητικού, ούτε
για κάποιον Νικόδημο είχα ακούσει, ούτε για τη νέα ζωή που ο
Χριστός προσφέρει, είχα ακούσει.
Φαίνεται όμως πως, όπως η χαρά της εκκλησίας δεν κράτησε
για πολύ (ήδη τον δεύτερο αιώνα το ευαγγέλιο έχει βγει από το
κάδρο), έτσι και η δική μου.
Όπως σας είπα, θα προσπαθήσω να είμαι φειδωλός στο αφη-
γηματικό μέρος, θέλοντας να αναδείξω μόνον ένα ζήτημα: τους
λόγους για τους οποίους δήλωσα προηγουμένως πως στην πνευ-
ματική μου ζωή –κάθε άλλο είδος αποτυχίας προφανώς δεν θα με
ενδιέφερε– απέτυχα. Πριν λίγα χρόνια έγραψα κάποια βιβλία
σχετικά, τα οποία κανείς δεν τα διάβασε. Δεν τους αδικώ. Δεν εί-
μαι καλός συγγραφέας. Κι από την άλλη, τα βιβλία αυτά ήταν
πολύ θεωρητικά, για να μη πω αγρίως θεωρητικά. Για να γραφτεί
ένα θεωρητικό βιβλίο πρέπει να απορροφήσει καμιά πενηνταριά
άλλα, προκειμένου να διαμορφώσει μια γλώσσα, την οποία μιλά.
Ο αναγνώστης όμως δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει αυτά τα πε-
νήντα βιβλία. Έτσι, το βιβλίο γίνεται δυσνόητο και εύκολα συκο-
φαντείται. Είτε επειδή ο συγγραφέας δεν κατέχει καλά τη γλώσσα
είτε επειδή ο αναγνώστης δεν ξέρει να τη διαβάσει. Θα προσπα-
θήσω λοιπόν τώρα όχι μόνο να μην είμαι πολύ αφηγηματικός (α-
ποφεύγοντας ούτως ή άλλως την επιθετική αισιοδοξία των TED ή
TEDx speeches) αλλά και να μην επικαλεστώ πολλά θεωρητικά
κείμενα, μένοντας, μόνον αν χρειαστεί, σε ελάχιστες αναφορές και
σε αυτές χωρίς παραπομπές.
Γιατί λοιπόν, μετά από τριάντα δύο χρόνια στην πίστη, απέ-
τυχα;