Το Σπίτι στο Φεγγάρι
Ρουμελιώτη Γεωργία
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Ενότητα 1η

Το κολατσιό

Η ώρα είναι ακριβώς οκτώ το πρωί. Μια ώρα δύσκολη για την καθημερινότητα μου. Μα δύσκολη γιατί; Πώς είναι αυτό δυνατόν για την καθημερινότητα ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού; Εξάλλου πολλοί δεν είναι εκείνοι που νοσταλγούν την εφηβεία; Που θα έδιναν τα πάντα να είναι ξανά νέοι, ανέμελοι και ξέγνοιαστοι; Χαρακτηρισμοί άγνωστοι για μένα. Οι δείκτες του ρολογιού γυρνούν συνεχώς. Ο ήχος τους αυξάνει τους παλμούς μου. " Θα προλάβω Μαργαρίτα. Θα προλάβω!", επαναλαμβάνω συνεχώς από μέσα μου. Αρπάζω στα γρήγορα την ομπρέλα, παίρνω την σάκα μου και ξεκινώ την τρεχάλα. Βρέχει δυνατά. Πολύ δυνατά. Ούτε που κατάλαβα πότε έχασα το κολατσιό μου τυλιγμένο με την μπλε καρό πετσέτα της κουζίνας, η οποία μάλιστα ήταν από τις καλές και τις ακριβές. Προίκα της μαμάς μου! Όσον αφορά το κολατσιό, μην φανταστείς πολυτέλειες. Λίγο ψωμί με ελιές.

- Μαργαρίτα! Μαργαρίτα!
- Διονύση βιάζομαι.
- Στάσου ένα λεπτό. Σε παρακαλώ.

Η πρωινή μου φούρια να φτάσω εγκαίρως στο σχολειό μπροστά στο βάδην που έκανα για να τον αποφύγω δεν ήταν τίποτα. Συνεχίζω κανονικά την πορεία μου προς την τάξη. Το μάθημα ευχάριστο όπως κάθε μέρα. Λατρεύω την Αριθμητική. Λατρεύω τα γράμματα, τα εγχειρίδια, τα τετράδια. Λατρεύω το σχολείο. Όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία...
Η Κατερίνα και η Πηνελόπη με περιμένουν στο προαύλιο. Σιγά μην έρθουν ποτέ από την πρώτη ώρα. Προτού, όμως, πάω να τις βρω συνειδητοποίησα πως το κολατσιό μου ήταν κάτω από το θρανίο με ένα χαρτάκι πάνω στην ακριβή πετσέτα της μαμάς να λέει: "Σου έπεσε όταν έτρεχες στην βροχή, Διονύσης". Εγώ έτρεχα μακριά του το πρωί και εκείνος απλά ήθελε να μου δώσει το φαγητό μου. Ούτε καλημέρα δεν του είπα. Έλεος ρε Μαργαρίτα! Έλεος! Σίγουρα θα με περάσουν για τρελή τόσο δυνατά που φώναξα. Αλλά τι να κάνω; Αν η μαμά μάθει πως έστησα ψηλή κουβεντούλα με τον Διονύση, στην καλύτερη περίπτωση θα φάω κολατσιό στο σχολείο μετά από έναν μήνα. Το κουδούνι χτυπά. Τελικά, η Κατερίνα και η Πηνελόπη ήρθαν να με βρουν στην τάξη.

- Ούτε για διάλειμμα δεν βγαίνεις εσύ πια;
- Τι έκανες τόση ώρα μέσα μόνη σου;
- Εεεεε...εδώ ήμουν. Δηλαδή στην τουαλέτα. Είχε βραχεί η ποδιά μου και πήγα να την στεγνώσω όσο μπορώ.
- Άνοιξαν οι ουρανοί βρε παιδάκι μου! Γι' αυτό δεν πρόλαβα να έρθω.
- Κατερινάκι...άστα αυτά! Έκλεψες πάλι τα περιοδικά της μαμάς σου και χάζευες μέχρι αργά.
- Τουλάχιστον εγώ Πηνελόπη μου δεν το σκάω τα βράδια για να συναντήσω τον γιο του δασκάλου μας.
- Τι έγινε λέει; Ποιόν από τους δύο;
- Τον Νικόλα φυσικά.
- Μαργαρίτα μου τι ερώτηση είναι αυτή; Ο Διονύσης είναι φλώρος.

Εκείνη την στιγμή τα περιοδικά της κυρίας Καλλιόπης και το ραντεβού της Πηνελόπης με τον Νικόλα μου φαίνονταν αστεία. "Εγώ μετά έχω να αντιμετωπίσω...", είπα από μέσα μου με απελπισία. Βέβαια, δεν ξεχνάω πως πάντα θα έχω στο πλάι μου την καλή μου η νεράιδα, που ακούει στο όνομα "Ελπίδα" και πεθαίνει τελευταία σύμφωνα με τα λεγόμενα του παππού μου. Οι ώρες στο σχολειό περνούν αστραπιαία. Είναι στιγμές που πραγματικά εύχομαι η ζωή μου να ήταν μόνο το σχολείο. Όλη την μέρα. Κάθε μέρα. Το μόνο που να έχει σημασία να είναι οι επιστήμες. Οι ασκήσεις που μας βάζει ο δάσκαλος μας για το σπίτι. Η προετοιμασία της τσάντας και του κολατσιού μου για την επόμενη μέρα. Αλλά αυτό δεν γίνεται. Δεν γίνεται γιατί δεν ζω σαν τα υπόλοιπα παιδιά. Τουλάχιστον έτσι ξέρω. Αρκεί το μελόδραμα. Παίρνω τον δρόμο της επιστροφής να πάω στον σοφό μου. Στον σοφό μου παππούλη που με περιμένει κάθε μεσημέρι καθιστός στην καρέκλα που κουνιέται. Κάθε μεσημέρι εκεί. Διαβάζοντας ένα από τα παλιά ή αλλιώς προπολεμικά, όπως τα χαρακτηρίζει η μαμά, βιβλία του. Θαυμάζω πολύ τον σοφό μου!