Συριανά και άλλα διηγήματα
Ροίδης Εμμανουήλ
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Ψυχολογία Συριανού συζύγου
Ντρέπομαι να το ομολογήσω. Πέρασαν οκτώ μήνες από
τότε που παντρεύτηκα και είμαι ακόμη ερωτευμένος με
τη γυναίκα μου, ενώ ο κυριότερος λόγος για τον οποίο
την πήρα ήταν ότι δεν μου άρεσε καθόλου η κατάσταση
του ερωτευμένου. Δεν πιστεύω να υπάρχει άλλη αρ-
ρώστια τόσο βασανιστική. Ούτε όρεξη είχα, ούτε ύπνο,
ούτε διάθεση να εργαστώ ή να διασκεδάσω. Εκτός από
τη Χριστίνα, όλα τα άλλα τα έβρισκα άνοστα, ανάλα-
τα, ανούσια και πληκτικά. Θυμάμαι πως μια μέρα, στο
ξενοδοχείο, έκανα όλον τον κόσμο να γελάσει, επειδή
παραπονέθηκα ότι ήταν ανάλατη ακόμη και η λακέρδα.
Οι συγγενείς μου δεν ήθελαν αυτόν τον γάμο, επειδή
εκείνη δεν είχε τίποτε κι ούτε εγώ πολλά: το πατρικό
μου σπίτι, τρεις χιλιάδες δραχμές εισόδημα από δύο
αποθήκες, και μία θέση εκατόν εξήντα δραχμών. Πώς
λοιπόν ήταν δυνατόν να ζήσουμε μ’ αυτά, αφού η νέα,
αν και χωρίς προίκα, ήταν μοναχοκόρη, καλομαθημένη,
και αγαπούσε τον καλό κόσμο, τις διασκεδάσεις, τα
στολίδια και τους χορούς; Όσα μου έλεγαν, τα έβρι-
σκα όλα σωστά. Δεν μπορώ καν να πω, προς δικαιο-
λογία μου, ότι με τύφλωσε το πάθος, ούτε πιστεύω να
υπάρχει άνθρωπος πιο πρακτικός από εμένα. Οι άλλοι
ερωτευμένοι φαντάζονται την απόλαυση της αγαπημέ-
νης τους ως ευτυχία τόσο μεγάλη, ώστε δεν φοβούνται
μήπως εξαπατηθούν αγοράζοντάς την σε οποιαδήποτε
τιμή. Εγώ όμως δεν ήμουν ρομαντικός. Τίποτε εξαί-
σιο δεν ονειρευόμουν, παρά μόνο να επανέλθουν τα
πράγματα στην κανονική τους κατάσταση, εκείνη στην
οποία βρίσκονταν πριν ερωτευθώ. Τη μακάρια εκείνη
κατάσταση, τη θυμόμουν με τον φλογερό πόθο με τον
οποίο θυμάται ο άρρωστος τον καιρό που ήταν υγιής.
Τη Χριστίνα, την ήθελα μόνο και μόνο για να την απο-
λαύσω, να τη χορτάσω, να τη βαρεθώ και να αρχίσω
έπειτα, όπως και πριν, να τρώω, να κοιμάμαι, να πη-
γαίνω περίπατο και να παίζω πρέφα και κοντσίνα στη
λέσχη.
Και πάλι, όμως, δεν θα αποφάσιζα να τη νυμφευθώ,
αν δεν συνέβαινε εκείνες τις μέρες να πεθάνει από στέ-
ρηση και κακοπάθεια ένας γέρος θείος μου, τον οποίο
όλοι πιστεύαμε πάμφτωχο, βλέποντάς τον να ντύνεται
σαν Διογένης και να τρέφεται σαν ασκητής. Υποφέρο-
ντας από καιρό από το στήθος, μου είχε ζητήσει εκατό
δραχμές για γιατρό και φάρμακα. Αντί όμως να τις
χρησιμοποιήσει γι’ αυτόν τον σκοπό, προτίμησε να τις
προσθέσει κι αυτές σε άλλες πέντε χιλιάδες, που τις
είχε κρυμμένες μέσα στο αχυρόστρωμα πάνω στο οποίο
βρέθηκε ένα πρωί νεκρός. Το πάθημά του με έκανε να
σκεφθώ ότι θα ήταν ανοησία να εξακολουθώ να βασα-
νίζομαι από την αϋπνία και την ανορεξία, αφού είχα τα
μέσα να γιατρευτώ. Τη Χριστίνα την πήρα όπως παίρ-
νει κανείς κινίνο για να απαλλαγεί από τον πυρετό.
Αν και ήμουν ανυπόμονος, αναγκάστηκα από την
κοινή προκατάληψη και από τον δεσπότη μας, τον Λυ-
κούργο, να περιμένω το τέλος του Μαΐου για να στε-
φανωθώ. Αμέσως μετά τον γάμο πήγαμε να περάσουμε
το μελοφέγγαρο στη Ζια. Μπορώ να πω ότι εκεί είδα
καλές ημέρες. Το νησί ήταν καταπράσινο, το εξοχικό
μας σπίτι αναπαυτικό, τα τρόφιμα εξαίρετα, ο καιρός
ωραίος και ακόμη ωραιότερη η Χριστίνα. Εκείνο που
με έκανε να την προτιμήσω από όλες ήταν ότι μόνη
αυτή δεν είχε κανένα από τα συνηθισμένα παρθενικά
ελαττώματα, για τα οποία γενικά απεχθανόμουν τις
κοπέλες. Ούτε λιγνή ήταν, ούτε αναιμική, ούτε ντρο-
παλή, ούτε πολύ νέα. Πιστεύω μάλιστα ότι ήταν κά-
πως μεγαλύτερη από εμένα. Είκοσι έξι έως είκοσι οκτώ
ετών, μελαχρινή, με ανάστημα, με ώμους, με στήθος, με
φλόγα στο βλέμμα και κομψότατα παπουτσάκια. Για
να μη φανεί απίστευτο το άθροισμα τόσων χαρισμά-
των, αρκεί να προσθέσω ότι ήταν Σμυρνιά.
Στην Κέα μείναμε όλο το καλοκαίρι και η θεραπεία
μου προχωρούσε θαυμάσια. Νομίζω ότι πολύ πριν από
τον Βίσμαρκ είχα ανακαλύψει εγώ το «μακάριοι οι κα-
τέχοντες». Οι αισθηματικοί θεωρούν ως ελάττωμα μιας
τέτοιας κατοχής, και γενικά του γάμου, ότι είναι ο τά-
φος του έρωτα. Τέτοιο παράπονο όμως δεν μπορούσα
να έχω εγώ, αφού παντρεύτηκα επίτηδες για να τον
θάψω? από πόθο όχι για έκτακτες απολαύσεις, αλλά
για ησυχία. Και κατόρθωνα να είμαι κάθε μέρα όλο
και πιο ήσυχος. Το πρωί κάναμε θαλάσσιο λουτρό, το
απόγευμα μακρινό περίπατο ή εκδρομή με τη βάρκα.
Επέστρεφα κατάκοπος, έτρωγα σαν λύκος και, αφού
έλεγα στη Χριστίνα ό,τι είχα να της πω, κοιμόμουν μο-
νοκόμματα ώς το πρωί. Όνειρα δεν έβλεπα πια, εκτός
από ένα μόνο, το οποίο μπορούσα κι αυτό να το θε-
ωρήσω σύμπτωμα τέλειας ανάρρωσης. Το βράδυ ήταν
ζεστό και είχαμε βγει να αναπνεύσουμε στον εξώστη
μετά το δείπνο. Δεν θυμάμαι άλλη λαμπρότερη πανσέ-
ληνο, ούτε τέτοιο σπινθηροβόλημα της θάλασσας, ούτε
ευωδέστερες αναθυμιάσεις του δάσους και των κήπων.
Χαριτωμένη ήταν και η Χριστίνα με το άσπρο της φό-
ρεμα χωρίς μέση ή, όπως το έλεγε, peignoir, πάνω στο
οποίο χυνόταν ώς το γόνατο η λυτή κόμη της σαν πλημ-
μύρα μαύρου ποταμού.
Κοίταζε τη θάλασσα, ψιθυρίζοντας την τότε πολύ
της μόδας καβατίνα «Ερνάνη, Ερνάνη, κλέψε με», όταν
ξαφνικά σώπασε μετριόφρονα, τεντώνοντας το αυτί
της στο τραγούδι ενός αηδονιού που αντήχησε από τον
γειτονικό κήπο. Όλα αυτά ήταν βεβαίως ποιητικότατα?
αλλά στο δείπνο είχα φάει πολλή παλαμίδα, την οποία,
επειδή είναι βαριά στο στομάχι, την είχα ποτίσει με
δύο ή τρία ποτήρια γλυκό κρασί της Κέας. Με κατέλα-
βε λοιπόν ο ύπνος και ονειρεύτηκα… ούτε τραγούδια
αηδονιού, ούτε μαύρες πλεξίδες, ούτε μαρμαρυγές της
σελήνης, αλλά ότι βρισκόμουν στη Σύρα, στη Λέσχη,
και κέρδιζα από τον πρωτομάστορα του πικέτου, τον
Αλοΐσιο Κατζαΐτη, τρία καπότα στη σειρά. Άδικο θα
ήταν, ύστερα από τέτοιο όνειρο, να αμφιβάλλω ότι είχα
εντελώς γιατρευτεί. Την επόμενη εβδομάδα επιστρέ-
ψαμε στη Σύρα, ύστερα από τετράμηνη διαμονή στη
Ζια, αφού είχα ανακτήσει την προηγούμενη ησυχία μου,
όλη μου την πεζότητα και δύο οκάδες περισσότερο βά-
ρος, όπως πείστηκα όταν ζυγίστηκα, κατά την αποβί-
βαση, στη ζυγαριά του τελωνείου.
Πολύ βέβαια θα γελούσα τότε, αν βρισκόταν κανείς
να μου προφητεύσει ότι, ύστερα από λίγες ημέρες, θα
ήμουν πάλι ερωτευμένος και δυστυχής, πολύ περισσό-
τερο μάλιστα απ’ ό,τι πριν από τον γάμο μου. Η πρώ-
τη αφορμή του ξανακυλίσματος ήταν ένας χορός που
έδωσε ο κύριος δήμαρχος προς τιμήν του υπουργού
των Ναυτικών, ο οποίος έμενε προσωρινά στη Σύρα και
φιλοξενούνταν από εκείνον. Ο χορός αυτός έπεσε πρό-
ωρος και απροσδόκητος, και λίγος καιρός απέμενε στις
Συριανές για να ετοιμαστούν. Όλες ήταν άνω κάτω.
Επί τρεις ημέρες έτρεχε η Χριστίνα στα εμπορικά, και
την τέταρτη ολόκληρο το σπίτι μας μεταβλήθηκε σε ερ-
γαστήριο ραπτικής. Παντού κομμάτια υφασμάτων, φό-
δρες, πατρόν, κορσέδες και παπούτσια για δοκιμή. Δεν
έβρισκα πια πού να καθίσω? και το βράδυ έπρεπε να
περιμένω ώς τις εννέα, ή και αργότερα, να αδειάσει η
ράφτρα το τραπέζι του φαγητού, για να δειπνήσουμε
με καμιά σαλάτα ή με τηγανητές σμαρίδες. Η μοναδι-
κή μας, πραγματικά εγκυκλοπαιδική, υπηρέτρια είχε
χειροτονηθεί κι εκείνη μοδίστρα και δεν προλάβαινε να
μαγειρεύει. Άδικο όμως θα ήταν να παραπονεθώ γι’
αυτό, αφού το κακό ήταν γενικό. Εκτός από τα Χρι-
στούγεννα, το Πάσχα και τις άλλες μεγάλες γιορτές,
επικρατεί στη Σύρα η συνήθεια να νηστεύουν και τις
παραμονές των μεγάλων χορών. Το πιο ενοχλητικό απ’
όλα ήταν η αδιάκοπη απασχόληση της Χριστίνας και
τα κάθε λογής χαρτιά που τύλιγε τη νύχτα στα μαλλιά
της. Από την ημέρα που λάβαμε εκείνο το καταραμένο
προσκλητήριο, ήταν σαν να μην είχα γυναίκα.
Όση όμως κι αν ήταν η απέχθειά μου για τέτοιου
είδους προετοιμασίες, πρέπει να ομολογήσω ότι ο στο-
λισμός της Χριστίνας πέτυχε πληρέστατα: φόρεμα με
μακριά ουρά από βαρύ βυσσινόχρωμο μεταξωτό, και
πάνω στο κεφάλι το τελευταίο λείψανο από την κοσμη-
ματοθήκη της μητέρας της, ένα είδος αρχαϊκού διαδή-
ματος από ρουμπίνια, των οποίων οι πορφυρές φλόγες
ταίριαζαν θαυμάσια με το κατάμαυρο χρώμα των μαλ-
λιών της. Έτσι στολισμένη, μου θύμιζε τη Σεμίραμη,
τη Φαίδρα, την Κλεοπάτρα, τη Θεοδώρα και τις άλλες
ηρωίδες που τάραζαν τον ύπνο μου όταν ήμουν στο
σχολείο.