Η ηχώ των ήχων
Καπέλλου Ασημίνα
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ
Πρέπει αναμφισβήτητα να το παραδεχθείς
Στον πρόδομο της τρίτης χιλιετίας δεν μιλούν πια για ιδανικά.
Τελείωσε, φίλε, τελείωσε...
Οι άνθρωποι αναλίσκονται,
Έρμαιοι, υποτελείς κι ανύποπτοι
Των Μαρτίων ειδών
Αδιάσπαστα υπόδουλοι, υποχείριοι
Ατέρμονης πληθώρας αγαθών.
Οι άνθρωποι θεωρούνται «ευτυχείς»
Κομπάζοντας για υπερπολυτελή αυτοκίνητα
Κι επαύλεις με πισίνα.
Να ποια είναι τα ζητούμενα:
Ένα πελώριο φρούριο να θάψουν τις ελπίδες τους
Σαράντα τετραγωνικά ύδατος χλωριωμένου
Να πνίξουν την φθορά
Να γίνουν πάλι, τα είκοσι τους χρόνια
Διαμάντια αστραφτερά...
Στην πυρωμένη άσφαλτο πελώριες μηχανές
Για να συνθλίψουν ρωμαλέα κορμιά δυναμικά...
Όσο για γνήσια αισθήματα επικρατεί απορία και σύγχυση
Κι αν κάποιοι επιμένουν, αιώνιοι εραστές
Μιας άλλης βιοτής να παραμένουν,
Κι αν κάποιοι τη φθορά πεισματικά αρνούνται,
Χιμαιρικοί ιππότες μιας άλλης εποχής θεωρούνται.
Δεν είναι πλέον περίεργο...
Οι λέξεις μοιάζουν με φιγούρες θλιβερές
Περιοδεύοντος θιάσου
Που επιμένει ακόμη ρόλους να παίζει,
Σε θεατές-φαντάσματα,
Και μονολόγους να απαγγέλλει
Σ’ άδεια καθίσματα ή σε κενό τραπέζι.
Είναι πλέον πασιφανές και διάφανο,
Ότι σε τούτα εδώ τα χρόνια τα σακάτικα
Είθισται να δολοφονούν τους ματαιοπονούντας.
Κι ως οι μελλοντολόγοι διακηρύσσουν
Στον πρόδομο της τρίτης χιλιετίας
Οι άνθρωποι δίχως κόπους περιττούς
Μ’ ένα μικρό σιλικονούχο εμφύτευμα εις τον εγκέφαλο
Θα μετατρέπονται αυθωρεί και παραχρήμα
Εις παντογνώστας φωτεινούς, σοφούς και παντεπόπτας.
Ιδού λοιπόν, οι δυνάστες Βία και Κράτος ως τεχνοκράτες
επέδραμον
Κι εμείς που ανησυχούμεν
Ως άλλοι Προμηθείς «τον πανόπτην κύκλον ηλίου καλούμεν».

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Δεν ωφελούν της ικεσίας κούφια λόγια
Βήματα σημειωτόν, νωθρά, βαριεστημένα
Και στεναγμοί απόγνωσης
Και δάκρια καυτά στο μαξιλάρι.
Βράχοι ορθώνονται κι εμπόδια
Δρόμοι στενοί χωρίς διόδια
Και ατραποί αδιέξοδοι
Ύπουλοι ύφαλοι και ρυάκια
Κι εσύ στα δύσβατα σοκάκια
Ακλόνητος κι ευθυτενής το πέλαγο ατενίζεις
Δίχως στο βλέμμα σου το γκρίζο
Φόβο κι αντάρα ν’ αντικρύζω.
Η αγριεμένη θάλασσα-μαινάδα
Όρμησε να σε καταπιεί... Μα εσύ
Ορθός κι ατρόμητος πλησιάζεις στο νησί
Ορμάς στην αγκαλιά εκείνης.
Χίλια φιλιά τής δίνεις...
Πάντα ορθός κι ακλόνητος
Πάντοτε χαμογελαστός
Με τρικυμία και με μπουνάτσα
Κρατάς σφιχτά το δοιάκι
— Βίρα τις άγκυρες, παιδιά και όρτσα τα πανιά
Κι ας είν’ σκισμένα, σκονισμένα ράκη.
Φτάνουμε στην Ιθάκη.

ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ
Στη μνήμη του Ιάκωβου Ψαρρά
Αείποτε αγέρωχος,
Ορθός, καθώς πολύχρονα δέντρα,
με βλέμμα στραμμένο στην πορτάρα,
εκεί στα καλντερίμια του κάστρου
όπου ταξίδευες τα εαρινά σου όνειρα,
εκεί αρμενίζεις...
Πρόσωπα που αγάπησες,
προσωπεία που ντύθηκες,
το σανίδι η Μοίρα σου,
κλείνει αυλαία η Ζωή σου.
Εσύ με το χαμόγελο της καρδιάς
με της λησμοσύνης τ’ ανάβλεμμα
με μια μόνο λέξη «ΣΙΩΠΗ».

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ
Οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών
[Ζ Ιλιάδος, στ.146]
Θολό απλανές το βλέμμα του
πίσω από τα θαμπά υγρά του ματογυάλια
απομεινάρια νεανικά της γέρικης ψυχής
θαμμένα, λες, στις αναμνήσεις...
Χρόνια και χρόνια περασμένα, άλλοι καιροί...
Μαύροι καπνοί, χαλάσματα, θάλαμοι αερίων,
Θάνατος φιδοσέρνεται στους παγωμένους δρόμους...
Προδότες με την ψυχή στα Τάρταρα
Παιδιά που τουρτουρίζαν μεσ’ το κρύο
Κι αντάρτες που δεν άντεξαν βάρβαρο χέρι
Και οργισμένοι στήσανε καρτέρι...
Θολό το βλέμμα πίσω από τους φακούς
Χείλη -εφτασφράγιστη πίκρα-.
Θνησιγενής ο άνεμος
σκορπά τις τελευταίες ριπές των πολυβόλων.
Θάλλοντα θραύσματα από μνήμες
σωριάζονται στα ρείθρα των πεζοδρομίων.
Απορημένος κι ενεός παρατηρεί, το γέρμα,
Τους νέους με το ζωγραφισμένο δέρμα,
Τις κοπελιές που δείχνουν με καμάρι
Κι αναζητούν για μια βραδιά το νιο να τους τα πάρει
Αυτά που ήταν φυλακτά και απαγορευμένα.
Χειρονομούν και βρίζουνε ξεδιάντροπα
Χαζογελούν και χάσκουν και ακκίζονται.
Μέθη της πρώτης νιότης της παράλογης
Με δεκανίκι σταθερό, σώμα σπαθάτο και γερό
Στ’ άδειο παγκάκι κάθεται ο γέρος
Όμοιος με άλογο, δίχως χαλινάρι,
Που καρτερεί τον καβαλλάρη να τον πάρει...

O ΓΕΡΟΣ ΣTO ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Παράθυρο ανοιχτό προς την Ανατολή
Κι εκείνος να πλησιάζει προς τη Δύση
Απ’ τους χυμούς της νιότης έχει στραγγίσει
Κι από χαρά που είναι πια θολή.
Σκυφτός αγγίζει με το δάκτυλο το τζάμι
Χαράζει επιμελώς τρεις χαρακιές στη σκόνη
Κι όσο της πρώτης νιότης η τρελή χαρά ζυγώνει
–Σώμα στητό και χέρια στιβαρά, άλικα χείλη όμοια μ’ άνθη
δροσερά–
Σκύβει ακόμη πιο πολύ μπροστά στο βρώμικο γυαλί
Αναρριγά και τρέμει πάλι
Κι αναπολεί τη νεανική ολόθερμη αγκάλη...

ΣΤΟΧΕΥΟΝΤΑΣ
Της Χριστίνας
Ανυψώνεις το βλέμμα στο άπειρο
Και ρωτάς για το απρόσμενο μέλλον
Δυο ροδόπεπλα απλώνεις στην άβυσσο
Και καρφώνεις χιλιόχρονους ιάμβους
Στις κορφές του Απρόσιτου.
Στίχοι-στόχοι σμιλεύουν το Ανέφικτο
Κι εσύ θάλλεις και σπέρνεις χαμόγελα
Και συλλέγεις θριάμβους
Και γελάς και ηχούν μύρια κρύσταλλα.
Δροσιάς στάλες στο ανοιχτό σταυροδρόμι ...
Ξενοιασιάς αλαβάστρινοι ώμοι
Περιφέρονται ανέμελα και σκορπίζουν παιάνες θριάμβου
Αιωνίως στοχεύοντας στο ευφρόσυνο Μέλλον.