ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Σκαρφαλωμένοι στο γιαπί
Περιμένοντας ν’ αρχίσει ο αγώνας
Εγώ, ο Τάκης το Σκουμπρί
Ο Αγησίλαος της μανάβισσας
Ο επονομαζόμενος και Γκάου
Κι ο Μάκης ο Πιτζάμας
Όλοι κοιτάζουν προς τα αποδυτήρια
Μόνον εγώ ψάχνω για τον εργολάβο
Που όπως μας απείλησε η κυρά Φωτεινή
Άμα μας δει θα μας πετάξει στον ασβέστη
Το ματς αρχίζει
Ακούγονται να πέφτουν τα πρώτα καλαμίδια
Σαν κουτουλιές ζώων που μονομαχούν μέσα στο φως
Προβλέπεται αγώνας καλός
Από κείνους που αρέσουν σε μένα
Που δεν είμαι ποδοσφαιρόφιλος
Ο ΧΡΗΣΤΟΣ Ο ΠΑΟΚΤΣΗΣ
Όταν ο Χρήστος ο Παοκτσής
Ανέβαινε από την Τούμπα
Όλοι μαζευόμασταν γύρω του
Για να τον θαυμάσουμε
Οι μεγαλύτεροι για να τον περιπαίξουν
Περιμένοντας την επόμενη
Επιληπτική του κρίση
Μα όταν ο Χρήστος έβγαζε
Από τη βρώμικη καμπαρντίνα του
Την παλιά
Ξεφλουδισμένη φουτ μπολ
Και άρχιζε τα μυτηλίκια*
Τέτοια που θα τα ζήλευαν
Κι ο Δεληκάρης
Κι ο Χατζηπαναγής
Κι οι Αργεντίνοι όλοι
Τότε ξεσπούσαμε όλοι σε χειροκροτήματα
Εκατόν ένα, εκατόν δύο, εκατόν τρία
Κι εκείνος γελούσε
Κάτω απ’ το λιγδιασμένο του μαλλί
Ώσπου τον παίρναν τα σάλια
Μόλις το σόου τελείωνε
Ο Χρήστος μάζευε τη μπάλα
Σοβαρός
Σαν ιερέας που κατέλυε
Την έβαζε ξανά
Κάτω απ’ το παλτό
Θαρρείς και επιδείκνυε
Το πιο πονηρό εύρημα στον κόσμο
Και απομακρυνόταν
Τελετουργικά
Έχοντας επιτελέσει το καθήκον του
Να μας διασκεδάσει
Να κερδίσει το χειροκρότημα
Ένα παλληκάρι που το απέρριπταν οι πάντες
Παντού
Και που μόνον η σύμβαση
Της παιδικής μας αθωότητας
Τον αναδείκνυε για λίγο
Σπουδαίο
Πιο πάνω κι απ’ τον Πελέ
Κι από τον Μπεκενμπάουερ
Ακόμα κι απ’ τον Κούδα!
Και ο Χρήστος χαιρόταν
Μάζευε τα ζογκλερικά του σύνεργα
Και καθώς χανόταν στο βάθος του ορίζοντα
Διστακτικά
Όπως είχε έρθει
Είμαι σίγουρος ότι χαμογελούσε ακόμα
Η ΝΥΦΗ
Δεν είχε γονιό
Μήτε και αδελφό η Ρίτσα
Για να την πάνε στην εκκλησία
Ούτε και χρήματα να πάρει κούρσα
Και πήρε το αστικό
Να πάει να παντρευτεί
Κυριακή απόγευμα
Στον Άη Θεράπη
Το νυφικό της γέμισε τον διάδρομο
Καθώς πιανόταν από τη χειρολαβή
Και ο εισπράκτορας δεν ήξερε αν πρέπει
Να της ζητήσει να κατεβεί
Οι επιβάτες γελούσαν στα κρυφά
Πίσω απ’ το μανίκι τους
Και δυο πιτσιρικάδες
Της τραβούσαν τον κορσέ
Της ξεχειλώναν το λαστέξ
Την έφτυναν
Η Ρίτσα είχε κοκκινίσει
Σαν λαμπάδα αναμμένη
Μέσα στο τούλι της
Και προσπαθούσε να κρατήσει το τουπέ
Μη κλάψει
Και τρέξει το μολύβι απ’ τα μάτια της
Και της μαυρίσουμε τα μάγουλα
Κι η μύτη
Και την καταλάβουνε
Και τη λυπηθούν
Και προσπαθούσε από μέσα της
Να παρηγορηθεί:
Πού να ’ξεραν όλοι αυτοί
Ποιον πήγαινε να παντρευτεί
Πού να ’ξεραν ότι ο Τάκης
Δεν ήταν μόνο ηλεκτρολόγος και καλό παιδί
Αλλά και ποδοσφαιριστής
Στον Φωστήρα Τούμπας
Μεσαίος
Συμπαίκτης του διάσημου Τζιρτζιρή
Του επονομαζόμενου και Γουρούνι
Ο ΓΑΒΡΙΛΟΣ
Ο Γαβρίλος δεν ήταν ποδοσφαιριστής
Λαχειοπώλης ήταν
Και μάλιστα κουτσός
Στηνόταν όμως πίσω απ’ τις εστίες
Ή έξω απ’ το κόρνερ
Και περίμενε
Μήπως ξεφύγει καμιά μπαλιά
Και όταν αυτό συνέβαινε
Και έπιανε τη μπάλα
Κρατώντας ισορροπία στο ένα πόδι
Με το τελάρο με τα λαχεία στο αντίθετο χέρι
Δεν την άφηνε να πέσει
Πότε μυτιές
Πότε τακουνάκια
Πότε στηθιές
Πότε κεφαλιές
Και στο τέλος την καντήλιαζε
Προκαλώντας τις ζητωκραυγές του πλήθους
Που πανηγύριζε έξαλλο
Ξεχνώντας το ματς και το αποτέλεσμα
Απονέμοντας όλη τη δόξα σ’ αυτόν
Όταν όμως ο Γαβρίλος πέθανε
Κανείς από όλους αυτούς τους ρεμπεσκέδες
Που μαζεύονταν στο γήπεδο του Αχιλλέα
Κάθε Κυριακή
Να κάνουν χαβαλέ
Δεν τον συνόδευσε στην εξόδιο ακολουθία
Μόνον οι δυο αδελφές του τον ακολούθησαν
Στην τελευταία του κατοικία
Τις είδα όταν επέστρεφαν
Λες και επέστρεφαν
Από το χείλος της αιωνιότητας
Όπου μια ανωτέρα βούληση
Αφού τις κράτησε να ταλαντεύονται για λίγη ώρα
Μεταμελήθηκε στο τέλος
Κι αποφάσισε να τις γυρίσει πίσω
Η μία, η Σαρούλα, είχε αρχίσει ήδη
Να μη βλέπει καλά
Η άλλη, η Νίκη
Την κρατούσε απ’ το χέρι σφιχτά
Περπατούσαν κι οι δυο σκυφτές
Μέσα στις λάσπες
Θαρρείς και γύριζαν ποιος ξέρει από πού
Ναι, θαρρείς και γύριζαν απ’ την αιωνιότητα