Επίγεια Κόλαση - Ματωμένα Όνειρα, Σημάδια - Βιβλίο Πρώτο
Μπεϊσεμπίνη Καρίνα
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Πεπρωμένο….
Τα βλέφαρα της Ιθούριελ πετάρισαν απότομα. Μέσα από την αντανάκλαση του καθρέφτη μπροστά της, είδε το φως του ήλιου να χρωματίζει τον γαλάζιο ουρανό, ενώ οι κορυφές των πεύκων απλώνονταν μέχρι τον ορίζοντα, θέτοντας έτσι το όριο της γης και την αρχή της απεραντοσύνης. Στο μυαλό της όμως, παρά τις όμορφες εικόνες που απλώνονταν μπροστά της, ξεθώριαζε η ανάμνηση του εφιάλτη που έβλεπε κάθε βράδυ τα τελευταία πέντε χρόνια.
Η χιονισμένη βουνοκορφή του Ολύμπου, την οποία μπορούσε να δει από το παράθυρο του δωματίου που βρισκόταν απέναντι από το δικό της εκρηγνυόταν ξαφνικά σαν ηφαίστειο. Το βουνό ξερνούσε κόκκινο υγρό που καταβρόχθιζε τα πάντα στο πέρασμά του. Εκείνη ήταν ακινητοποιημένη σε ένα σημείο σαν από μάρμαρο σμιλεμένη, ανίκανη να κάνει έστω και ένα βήμα σαν να είχαν καρφώσει τα πόδια της στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου της. Αναγκασμένη να παρακολουθεί τη σκηνή να εκτυλίσσεται πάρα πολύ γρήγορα μπροστά στα σοκαρισμένα μάτια της. Το κόκκινο υγρό γινόταν ένα πλατύ ποτάμι που άφριζε. Μόνο που ο αφρός έμοιαζε μαύρος.
Πλησιάζει… όλο και πλησιάζει , σκεφτόταν η Ιθούριελ, χωρίς να κάνει βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, χωρίς να έχει καμιά επιθυμία να τρέξει μακριά.
Όταν το ποτάμι έφτανε στην αυλή του σπιτιού και τα μάτια της έβλεπαν καθαρότερα. Τότε είδε… πως το υγρό ήταν πηχτό, κόκκινο αίμα και ο αφρός, δεν ήταν πάρα σκοτεινές σιλουέτες ανθρώπων που πάλευαν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Ξαφνικά εντόπισε ένα γνώριμο πρόσωπο, πράγμα που ταρακουνούσε ένα κομμάτι του εαυτού της. Μια έκρηξη από συναισθήματα της ξυπνούσαν τελικά την επιθυμία να τρέξει, όχι προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά προς το πύρινο ποτάμι, για να τον βοηθήσει. Η καρδιά της μάτωνε να τον βλέπει να χτυπάει τα τεράστια φτερά του παλεύοντας να κρατηθεί στην επιφάνεια. Το σώμα του δεν ήταν μαύρο σαν τα άλ-λα, δεν ήταν τόσο αμαρτωλό, είχε όμως λερωθεί με το πορφυρό υγρό, που τον περιέβαλε.
«Ραφαήλ», κατάφερνε να πει ξεψυχισμένα η Ιθούριελ, τη στιγμή που τα μάτια της πετάριζαν ξανά, φέρνοντάς την στην πραγματικότητα και απομακρύνοντάς την από το τραγικό όνειρο. Δεν ήταν πάρα ένας εφιάλτης.
«Καταραμένο όνειρο», μονολόγησε και πέταξε τα σκεπάσματά της. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ κανέναν Ραφαήλ, παρότι της ήταν πια τόσο οικείος. Δεν μπορούσε πλέον, να γνωρίζει με σιγουριά αν ήθελε να βλέπει το συγκεκριμένο όνειρο ή όχι. Από τη μια ήταν όντως φριχτό με το αιμάτινο ποτάμι και τον μαύρο αφρό, που αποτελούνταν από ανθρώπινα σώματα. Από την άλλη, ήταν μια ακόμη ευκαιρία να αντικρίζει τα όμορφα χαρακτηριστικά του αγγέλου που στοίχειωνε τις σκέψεις της.
Το κουδούνι της πόρτας ακούστηκε σε ολόκληρο το αρχοντικό της. Η γυναίκα φόρεσε τη μεταξωτή ρόμπα της και έτρεξε αμέσως. Διένυσε τον τεράστιο διάδρομο του δευτέρου ορόφου κατεβαίνοντας τα αμέτρητα σκαλοπάτια με τον ποδόγυρο του ανάλαφρου νυχτικού της να σέρνεται πίσω της. Τα μαρμάρινα κιτρινισμένα σκαλιά την οδηγούσαν στην εξώπορτα. Το πόμολο επιβλητικό και βαρύ κάτω από το άγγιγμά της, μαρτυρούσε τη μακρόχρονη ύπαρξή του στο κτίσμα, ενώ το σκαλιστό μπρούτζινο κλειδί γύριζε μαλακά τώρα στην κλειδαρότρυπα.
Η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε με κρότο, την ώρα που η Ιθούριελ έβλεπε μπροστά της ένα τεράστιο κουτί από χαρτόνι.
«Καλημέρα, έχετε ένα δέμα», ακούστηκε μια φωνή πίσω από το κουτί και ένα πρόσωπο ξεπρόβαλε από το πλάι.
Το αίμα της Ιθούριελ πάγωσε στις φλέβες της, τη στιγμή που αντίκρισε τα γνώριμα μάτια του νεοφερμένου ταχυδρόμου. Τα ατίθασα κάστανα μαλλιά του παρασέρνονταν από τον άνεμο προς κάθε κατεύθυνση, δίνοντας έτσι την εντύπωση, πως βρίσκεται σε μια δίνη. Ένα αστραφτερό χαμόγελο στόλιζε το πρόσωπό του, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα δικά της.
«Είσαι καλά;» ρώτησε εκείνος διστακτικά. Εκείνη από την άλλη σαστισμένη, αδυνατούσε να αρθρώσει λέξη.
«Ραφαήλ», είπε τείνοντας το χέρι του. «Καινούργιος», πρόσθεσε. Το πρόσωπό του σοβάρεψε και το βλέμμα του μαλάκωσε χαϊδεύοντας αχόρταγα το δικό της.
Η Ιθούριελ πρόσεξε πως ήταν ένα κεφάλι ψηλότερός της και αρκετά γεροδεμένος. Έσυρε δισταχτικά το βλέμμα της κάτω, στο χέρι του, που ήταν μετέωρο μπροστά της και έτεινε το δικό της.
«Ιθούριελ», αποκρίθηκε με την αναπνοή της να σκαλώνει στον λαιμό της.