Περιγραφή

Άκλαυτη!

Με τα μαλλιά πλεξούδες κατηφόριζε η ζωή μου στου κάμπου το παράκνημα.

Να συναντήσει των αγρών τις ερωμένες, που με το πρώτο φύσημα του ανέμου λυγίζουν τα κορμιά τους στου πάθους το χορό, ντυμένες στα κόκκινα φουστάνια τους.

Ασεβείς κουβέντες στο ελαφρύ το θρόισμα της σκέψης, μουρμουράνε σιγανά μπρος στων ματιών τις οπτασίες που πλέκουν τα κορμιά τους στης αμαρτίας τα κρεβάτια.

Μονολογούσα ακουμπισμένη στου πλάτανου τη φυλλωσιά, τον ύμνο του παράλογου που από πριν είχα διαβάσει στου ύπνου μέσα το αγκάλιασμα.

Και, καθώς χόρευαν οι ερωμένες του αγρού των εραστών τον ύμνο του θανάτου, συνάντησα να τρέχει σαν αερικό η οπτασία σου.

Να χάνεται μισώντας τάχα τη ζωή μου.

Μέλι κερνούσαν οι μαινάδες, παλεύοντας να κλέψουν τη λογική που δεν απέκτησα ποτέ δοσμένη καθώς ήμουν στον Βακχικό χορό του έρωτα.

Και άκουσα του χρόνου τη φωνή να λέει στου πλάτανου τη φυλλωσιά:
"Στο πέρασμα της λογικής, όσοι χαθήκαν αγρίμια έγιναν. Ψάχνουν τους πόνους να μερέψουν για να ζουν."

Σχόλια


Δείτε κι αυτά