Περιγραφή

Όταν µιλούσαν εκείνες οι γυναίκες νόµιζες ότι κάποιος ουράνιος υποβολέας τούς ψιθυρίζει τα λόγια. Ότι κάποιος ευφάνταστος µουσικός κινεί τις άπειρες χορδές των αντιστοιχιών ζωής και γλώσσας. Ξεπηδούσαν ακάλεστες οι λέξεις και έσκαγαν σαν λουλουδένια µπουµπούκια στους αιθέρες καθαρίζοντας πάλι και πάλι την ψυχή και τον νου. Οι παλµοί και οι αναπαλµοί της οµιλίας αγαλλίαζαν την ακοή και την ψυχή. Η εκφορά και η ουσία ταίριασαν ίσως ιδανικά σ’ ένα ευφρόσυνο αµάλγαµα. Οδηγούσε η γλώσσα σ’ ένα ηθικό στερέωµα -ασκίαχτο απ’ τα σκοτάδια της χαιρεκακίας- και δηµιουργούσε συνεχώς στο χωριό δακρυρρόεσσα φιλαλληλία. Με την σειρά της η βαθύρριζη αυτή ευσπλαχνία έτρεφε νέους γλωσσικούς ανθούς.

Σχόλια