Περιγραφή

Μετά από αρκετό καιρό επανεμφανίστηκε στον σύλλογο ξιφασκίας, φόρεσε τη λευκή στολή, το προστατευτικό κράνος, πήρε ένα από τα σπαθιά του κι άρχισε την προπόνηση. Σκεφτόταν πως τώρα που είχε εγκαταλείψει το σπορ, εκείνο με τον τρόπο του τον ακολουθούσε με άλλη μορφή, σε άλλο επίπεδο. Γιατί κι η περίεργη σχέση του με τη Βέρα έμοιαζε με ένα είδος ξιφασκίας. Μια επαγρύπνηση και μια διαρκής εναλλαγή κινήσεων, με στόχο να προλάβει αυτός κι όχι εκείνη να ρίξει το χτύπημα στο ψαχνό.
Κι αν στην ξιφασκία τα ξίφη είναι σχεδόν ακίνδυνα, άκακα, εξαρτήματα ενός εξευγενισμένου αθλήματος, δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε, ο αθλητής που χτυπάει τον αντίπαλο, εκείνη την ώρα, στο αποκορύφωμα της αρμονίας του σώματός του, στο ξετύλιγμα του αληθινού ρίγους, εκείνη την ώρα που διεμβολίζει με το ξίφος του τον αντίπαλο, βλέπει εκστασιασμένος το τραύμα που ανοίγει, το αίμα που βάφει τη λευκή αμφίεση, το θάνατο που χαμογελά.

Σχόλια


Δείτε κι αυτά