Περιγραφή

Οι αναμνήσεις ξεπηδούσαν μέσα της επειδή βρισκόταν πίσω στο σπίτι, επειδή ήταν μόνη στο μέσα σε όλη αυτή τη σιωπή, πλάι στο εκνευριστικό ραδιόφωνο, ανάμεσα στα εκατοντάδες παλιά βιβλία στα ράφια, τις εταζέρες και τις βιβλιοθήκες. Ο πατέρας της αφυπνιζόταν κάθε τόσο για μια παρτίδα ντάμα ή Μονόπολη. Το έκανε για δικό της χατήρι. Τα απογεύματα, όποτε εκείνος καθόταν στην μπροστινή βεράντα, εκείνη έκανε δουλειές στον κήπο. Οι ώρες αυτές περνούσαν ευχάριστα...

Όμως οι νύχτες αχ, ήταν ατέλειωτες. Είμαι τριάντα οχτώ χρονών, έλεγε στον εαυτό της, καθώς συγύριζε το τραπέζι μετά το βραδινό. Έχω μεταπτυχιακό δίπλωμα. Δίδαξα φιλολογικά μαθήματα για δεκατρία χρόνια σε λύκειο. Ήμουν καλή δασκάλα. Τι έχω κάνει με τη ζωή μου; Τι έχει βγει από όλο αυτό; Είναι σαν να ονειρεύτηκα μια ενήλικη ζωή και μετά να ξύπνησα εδώ στο σπίτι των γονιων μου.

Κι ύστερα, κάποια μέρα ήρθε το ταχυδρομείο...

Σχόλια