Φιλοσοφία και Θρησκεία στο Έργο του Κώστα Παπαϊωάννου
Ψωμάκης Ιωάννης Γ.
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

«Ο Κώστας έφερνε μέσα του το πνεύμα της αγοράς, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και μας τον προσέφερε»2. Με αυτή τη δήλωση συστήνει το μεγάλο αγνοημένο ως τις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο ελληνικό – τόσο στο ευρύ όσο και στο
ακαδημαϊκό – κοινό Κώστα Παπαϊωάννου ο μέντορας του και σπουδαίος Γάλλος κοινωνιολόγος, ακαδημαϊκός και συγγραφέα, Ρεϊμόν Αρόν. Ξεχασμένος για περισσότερα από τριάντα και πλέον χρόνια στην εξορία που του επέβαλε το ελληνικό κράτος από τον καιρό του Εμφυλίου (1945) μέχρι το
θάνατό του (1981), η σκέψη του Παπαϊωάννου θα «επαναπατριστεί» όψιμα για να μας γνωρίσει ένα από τα πιο ριζοσπαστικά νεοελληνικά φιλοσοφικά αναστήματα της σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς διανόησης3. Η ζωή του Κώστα Παπαϊωάννου «ανατέλλει» στις 16 Ιανουαρίου του 1925 στο Βόλο. Η πρωτεύουσα της Μαγνησίας έλαχε συγκυριακά να είναι ο γενέθλιος τόπος του στοχαστή μας, μιας και στο διάστημα 1920-1927 ο πατέρας του, Στράτος Παπαϊωάννου, δίδασκε ως καθηγητής στην Εμπορική Σχολή του Βόλου, εκτελώντας συγχρόνως καθήκοντα υπεύθυνου για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς.
Γόνος αστικής οικογένειας με ακαδημαϊκή παράδοση μεγαλώνει από νωρίς μέσα σε ατμόσφαιρα βαθύτατα πολιτικοποιημένου περιβάλλοντος που εμφορείται από
σοσιαλδημοκρατικές ιδέες, οι οποίες ήταν αδύνατο να αφήσουν ανεπηρέαστο ιδεολογικά το νεαρό τότε Παπαϊωάννου.
Ο παππούς, Κωστής Παπαϊωάννου, διετέλεσε καθηγητής εμπορικών μαθημάτων στη Βιομηχανική και Εμπορική Ακαδημία Αθηνών, ενώ ο πατέρας του, παράλληλα με την έντονη πολιτική του δράση, την οποία έχει αναπτύξει ως ηγετικό στέλεχος της σοσιαλιστικής ΕΛΔ (Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας), σταδιοδρομεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο, καταλαμβάνοντας τα αξιώματα του πρώτου κοσμήτορα και
πρύτανη της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής των Αθηνών (το σημερινό Πανεπιστήμιο Πειραιά). Η επιστροφή της οικογένειας στην Αθήνα θα συμπέσει με τον καιρό των
εφηβικών χρόνων του Παπαϊωάννου. Τα γυμνασιακά του χρόνια θα τα ζήσει στην ανέκαθεν ανήσυχη – πνευματικά – περιοχή των Εξαρχείων (στην οδό Μαυρομιχάλη), όπου και θα συνδεθεί μέσα από την κοινή τους μαθητεία στη Βαρβάκειο με τον Κώστα Αξελό. Το παράλληλο «βιογραφικό» των δυο ανδρών δε θα συνεχιστεί μόνο σε ακαδημαϊκό επίπεδο (εγγράφονται αμφότεροι το 1941 στη Νομική Σχολή των Αθηνών), αλλά συνυφαίνεται τόσο ιδεολογικά - πολιτικά όσο και θεωρητικά - φιλοσοφικά, όπου θα αναπτυχθεί και θα εξελιχθεί αδιόρατα στο μετέπειτα κοινό
τόπο της «εξορίας» τους, τη Γαλλία. Νεολαίοι στην πλέον ηφαιστειώδη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, η εμπλοκή των δυο αριστερών στοχαστών, πολιτικά ενεργοποιημένων προπολεμικώς, ήταν σχεδόν αυτονόητη στο αντιστασιακό κίνημα της εποχής κατά του φασισμού και του ναζισμού. Πρώτα ο Αξελός, ο οποίος
ως ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ αναλαμβάνει δράση το 1942, και ακολούθως ο Παπαϊωάννου, ο οποίος αρθρογραφεί μέσα από τις στήλες της Σοσιαλιστικής Επιθεώρησης, θεωρητικού οργάνου της ΕΛΔ, με το ψευδώνυμο Αλ. Σ. Πηλιός, περνούν στην παρανομία. Η κοινωνικό – πολιτική ζύμωση, άλλωστε,
μέσα από τη δράση του στους κόλπους της ΕΛΔ, έχουν προετοιμάσει την ένταξη του νεαρού τότε Παπαϊωάννου πρώτα ως μέλους του ΚΚΕ και εν συνεχεία στις γραμμές του ΕΑΜ (Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου), ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του, ο οποίος συμμετέχει στην Αντίσταση μέσα από την ΕΛΔ, συνιστώσα του ΕΑΜ. Το 1944 ο Παπαϊωάννου αποφοιτά από τη Νομική Σχολή, ωστόσο η σύλληψη του από την Ειδική Ασφάλεια το Μάιο του ίδιου χρόνου, όπου και κρατείται για μερικούς μήνες, είναι το αποτέλεσμα της ενεργούς πολιτικής του δράσης και εμπλοκής σε αριστερές αντιστασιακές ομάδες. «Στα δεκαοχτώ του χρόνια, αντιστασιακός και βασανισμένος μέσα σε μια φυλακή, ανακάλυψε τα τέρατα που γυρνούν στον αιώνα μας και στη διάρκεια της ζωής του πάλευε εναντίον τους», περιγράφει τις πρώτες σκληρές και σπερματικές εμπειρίες που θα γονιμοποιήσουν περαιτέρω τη σκέψη του Παπαϊωάννου ο ακαδημαϊκός του πάτρωνας, Ρεϊμόν Αρόν5. Είναι ο καιρός κατά τον οποίο το ελληνικό κράτος δια του παρακράτους του εξαπολύει μια δριμεία δίωξη ενάντια σε κάθε ζωντανό – πνευματικά – στοιχείο του Έθνους. Ανάμεσα σε εκείνους που θα πέσουν θύματα της κρατικής βίας είναι και ο Παπαϊωάννου, ο οποίος, αφού θα περάσει στην παρανομία μετά τα Δεκεμβριανά, θα καταφέρει τελικά στα τέλη του 1945 να αποδράσει από την ελληνική βαρβαρότητα του Εμφυλίου.
Με «διαβατήριο» μια ομαδική υποτροφία για το Πανεπιστήμιο των Παρισίων που οργανώνουν ο διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, Οκτάβ Μερλιέ, και ο γραμματέας του ιδρύματος, Ροτζέρ Μιλιέ, για λογαριασμό
μερικών εκατοντάδων Ελλήνων φερέλπιδων νέων, ο Παπαϊωάννου ανήκει οργανικά και πνευματικά στη γενιά εκείνη – στην πλειοψηφία τους «αριστερών» που έχουν στοχοποιηθεί από το κράτος της Δεξιάς μετά τα Δεκεμβριανά
– που θα «σαλπάρει» εν μια νυκτί (στις 21 Δεκεμβρίου του 1945) με το περιβόητο νεοζηλανδικών συμφερόντων μεταγωγικό «Ματαρόα»7. Το ταξίδι για τη γαλλική «γη της Επαγγελίας» θα διασώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα μιας ανάλγητης κρατικής εξουσίας ό,τι πιο ζωτικό, ελεύθερο και αδέσμευτο φρόνημα διέθετε τότε ως πνευματική περιουσία ο τόπος.
Τελικά, η εμφυλιοπολεμική Ελλάδα «προσέφερε» στον Παπαϊωάννου και τους σύγχρονούς του ό,τι ακριβώς μπορούσε σε εκείνη τη χρονική συγκυρία: έναν έγκαιρο εκτοπισμό από την πατρίδα και εκ παραδρομής ένα γόνιμο
διανοητικά περιβάλλον – όπως ήταν τότε το Παρίσι της δεκαετίας του ’50 – με την υποχρέωση να μιλήσει η «εξόριστη» αυτή νεολαία μια πλούσια σε βάθος και εύρος γλώσσα, όπως η γαλλική. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο για όλους εκείνους τους «απόκληρους» της πατρίδας ήταν η μακραίωνη πολιτισμική και προνομιακή γλωσσική παράδοση που πήραν μαζί τους στο ταξίδι της «υιοθεσίας» τους από μια σαφώς προηγμένη και ριζικά διάφορη κουλτούρα συγκριτικά
με το γεμάτο φοβικά σύνδρομα ιδεολογικό «μεσαίωνα» της ελληνικής εμφυλιοπολεμικής κοινωνίας.Στο Παρίσι διανοίγεται ένας νέος πνευματικός
ορίζοντας για το νεαρό Παπαϊωάννου. Αντικρίζει μέσα από την παρισινή μεταπολεμική ατμόσφαιρα τις «στάχτες» της Ευρώπης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στοχάζεται με το οξυδερκές βλέμμα του το υπαρξιακό αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου. Στη Γαλλία, πάντως, συνυφαίνεται υπόγεια ένα
κοινό φιλοσοφικό «βιογραφικό» με τους Αξελό και Καστοριάδη, τριάδα που μπορεί δυνητικά να αποκληθεί ως «Σχολή των Παρισίων». Δεν ήταν μόνο η κοινή ελληνική αφετηρία και η συνακόλουθη μοίρα τους, όσο η κοινή «δεξαμενή» των φιλοσοφικών και ιδεολογικών θεμάτων, απ’ όπου θα αντλήσουν για να επεξεργαστούν, καθένας τους με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. «Παρότι λίγο νεότερος από τους άλλους, ο Παπαϊωάννου – σήμερα το βλέπουμε καθαρά –
υπήρξε ο πλέον ευαίσθητος και βαθύς, ο πλέον ρηξικέλευθος από τους τρεις, στον οποίο χρωστούν ήδη πολλά οι άλλοι δυο» επισημαίνει ο Φώτης Τερζάκης τη σημαντική επιρροή που άσκησε ο τελευταίος στη σκέψη των άλλων δυο ευρέως
γνωστών συνοδοιπόρων του, αποκαθιστώντας την ιστορική «αδικία» από τον πρόωρο θάνατό του.