Ένας Κόνδορας σε Σπιρτόκουτο
Παρισιάδης Άκης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

ΝΕΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΩΡΩΠΟΥ

Τη διώροφη έπαυλη με τη σοφίτα, στα Νέα Παλάτια Ωρωπού, η οικογένεια Δινέζη την αγόρασε περίπου δέκα χρόνια πριν από ένα γέρο Αμερικάνο και παλιό συνεργάτη της οικογένειας. Η τιμή της αγοράς υπήρξε εξευτελιστικά μικρή, όμως η ειλικρινής και δυνατή τους φιλία και περισσότερο η επιθυμία του Αμερικάνου να επιστρέψει στην πατρίδα του ήταν λόγοι καταλυτικοί για τη συμφωνία της πώλησης. Από το τέλος της άνοιξης και μέχρι την αρχή του φθινοπώρου ο Ροβέρτος Δινέζης, η σύζυγός του Μαρκέλλα και η αδελφή της Ιουλία, αφήνουν την πολυτελή μονοκατοικία της Γλυφάδας και περνάν ήρεμα τις ημέρες του θέρους στην έπαυλη.
Η μεγαλοπρεπής οικία είναι αποκομμένη από τα λιγοστά σπίτια της περιοχής. Απέχει τρία χιλιόμετρα από τη θάλασσα και το μοναδικό οίκημα, σχετικά κοντά, εκτός από την καθολική εκκλησία που έχτισε η οικογένεια μέσα στο καταπράσινο δάσος σε μικρή απόσταση από την έπαυλη, είναι μια καλύβα, που μένει ένας άνδρας απροσδιορίστου ηλικίας, φτωχός, σχεδόν ρακένδυτος. Καθημερινά, κάτω από το έλεος που δείχνει η οικογένεια σ’ εκείνον, τον προμηθεύουν από ένα πιάτο φαγητό ή ό,τι χρειάζεται για να συντηρήσει την καλύβα και τον εαυτό του. Ο άνδρας αυτός μιλάει σπάνια και κανείς δε γνωρίζει κάτι περισσότερο για εκείνον.
Ο Ροβέρτος και η Μαρκέλλα Δινέζη, συνομήλικοι, διανύουν τους πρώτους μήνες των εξήντα τριών χρόνων τους. Συμπτωματικά γεννήθηκαν την ίδια ημέρα και από μικροί, οι οικογένειές τους πλούσιοι έμποροι από τη Σύρο, καθόρισαν τη μοίρα τους. Μόλις στα είκοσι ήταν ήδη παντρεμένοι και υπεύθυνοι μιας μεγάλης εμπορικής συγχώνευσης των δύο εταιρειών των οικογενειών τους. Με το πέρασμα των ετών διεύρυναν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και πλέον είναι κάτοχοι μιας μεγάλης περιουσίας, που περιλαμβάνει μετρητά, μετοχές, ακίνητα και καταθέσεις σε τράπεζες, καθώς και πολύτιμα αντικείμενα σε διάφορες θυρίδες. Η Ιουλία, μικρότερη αδελφή της Μαρκέλλας κατά οχτώ χρόνια, υπήρξε πάντα υπό την προστασία της αδελφής της, ακόμα κι όταν παντρεύτηκε. Ο σύζυγός της πέθανε μετά από τρία χρόνια γάμου. Η Ιουλία από τότε διαμένει μαζί με το ζεύγος Δινέζη, που ενδιαφέρθηκαν για τη γαλούχηση της κόρης της, ώστε να καλύψουν το κενό του συζύγου και του πατέρα. Μαζί τους μένουν και δύο υπηρέτριες, που περισσότερο τις αισθάνονται σα μέλη της οικογενείας τους, αφού εργάζονται αρκετά χρόνια, έχοντας αναπτύξει ισχυρό δεσμό εμπιστοσύνης.
Στην οικογένεια Δινέζη αποπνέεται το πουριτανικό περιβάλλον στα πλαίσια του καθολικισμού. Φανατικοί στο δόγμα, τηρούν άκρως προσηλωμένοι το γράμμα της θρησκείας. Ο ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με τη Ρωμαιοκαθολική πίστη, συνεχίζει να τους τροφοδοτεί με πνευματική αβρότητα και θρησκευτικό συντηρητισμό. Κάθε χρόνο, στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, όπου έχει τ’ όνομά του η Καθολική Επισκοπή της Σύρου, δωρίζουν ένα γενναιόδωρο χρηματικό ποσό, προσφορά στ’ όνομα της οικογένειας. Επίσης, μέσα στον Αύγουστο, διοργανώνουν μια μικρή δημοπρασία και όσα χρήματα συγκεντρώνονται τα προσφέρουν στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του Ωρωπού, που τα έχουν ανάγκη.
Η Μαρκέλλα Δινέζη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη. Το μεγάλο χώρο της σοφίτας τον είχε αποκλειστικά για εκείνη. Τα μοναδικά αντικείμενα που δεν της ανήκαν ήταν ένα μικρό σύνθετο με συλλογή από σπιρτόκουτα της Ιουλίας. Είχε από πολύ μικρή τη συνήθεια να συγκεντρώνει σπάνια κουτιά από σπίρτα. Μερικά μάλιστα είχαν μεγάλη εμπορική αξία, αφού θεωρούταν αρκετά σπάνια. Επίσης, στο συρτάρι του κομοδίνου της, κρατούσε ενέσεις με οπιούχα αναλγητικά της αδελφής της που τις χρησιμοποιούσε για τους πόνους που την ταλαιπωρούσαν κατά καιρούς. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν διαμορφωμένος έτσι ώστε, να αποθηκεύει εκεί οτιδήποτε χρειαζόταν και κυρίως για να τοποθετεί τα ακριβά της ρούχα και όλα εκείνα τα γυναικεία προϊόντα, τα περισσότερα χημικής κατασκευής, που επισκιάζουν τις ατέλειες του προσώπου και του σώματος και προδίδουν μια απρόσιτη, πλαστή ομορφιά.
Τόνιζε τα βλέφαρά της, όταν μπήκε η Ιουλία.
«Καλημέρα Μαρκέλλα».
«Πέρασε Ιουλία, έλα μέσα», την προέτρεψε εκείνη, τη στιγμή που προσπαθούσε να τιθασεύσει κάποια ανυπάκουα βλέφαρα.
Η Ιουλία κάθισε κοντά της και τη ρώτησε:
«Είχες ήσυχο ύπνο;»
«Ήταν και ήσυχος και βαθύς. Μόνο το πρωί ένα όνειρο ή μάλλον ένας εφιάλτης με συντάραξε».
«Τι είδες;» ρώτησε με αγωνία η αδελφή της.
Η Μαρκέλλα άφησε το αντικείμενό με το οποίο έκανε πιο έντονα τα βλέφαρά της, γύρισε προς το μέρος της και της έπιασε τα χέρια από τους καρπούς, αφού πάντα φορούσε μακρύ μανίκι που κάλυπτε τους βραχίονές της, ακόμα και τις πιο ζεστές ημέρες του χρόνου. Το ύφος της Μαρκέλλας πήρε κάτι το δραματικό:
«Πάντα, τόσα χρόνια μετά, δε θυμάμαι πόσα πια, πλανιέται μέσα μου εκείνη η ερώτηση. Ποιος, ποιος ήταν εκείνος; Πού βρίσκεται τώρα; Γιατί σε εγκατέλειψε;»
Η Ιουλία δυσανασχέτησε.
«Τόσα χρόνια οι ίδιες ερωτήσεις; Δε θα σου πω ποτέ. Δεν έχει σημασία πια. Όπως είπες κι εσύ είναι κάτι που έγινε πριν από πολλά έτη. Μ’ εκπλήσσει όμως η επιμονή και η προσπάθειά σου να το διατηρείς ζωντανό».
«Μα είναι ζωντανό, αφού υπάρχει συνέχεια εδώ», διαμαρτυρήθηκε η Μαρκέλλα. «Λησμονείς πόσο σε βοήθησα τότε; Τι κατάκριση δέχτηκες; Πώς διαχειρίστηκα το θέμα και γλίτωσες ακόμα…»