Σε Αγαπώ Αληθινά
Κιφοκέρη Αθανασία
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

H Ζωή ξύπνησε νωρίς για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να ετοιμάσει πρωινό για την ίδια και τον Στέφανο. Έβαλε τσάι στην κούπα της, έβγαλε το κέικ από τον φούρνο και έκατσε στο τραπέζι να διαβάσει την ημερήσια
εφημερίδα. Είχε απορροφηθεί στο διάβασμα όταν ένα άγγιγμα στο λαιμό την προειδοποίησε ότι ξύπνησε ο Στέφανος.
<<Καλημέρα μωρό μου>>.
<<Καλημέρα Ζωή μου. Έλα κάτσε να σου
βάλω τσάι . Θέλεις λίγο κέικ;>>
<<Γιατί σηκώθηκες από τα χαράματα
σήμερα;>>
<<Έχω πολλά ραντεβού με πελάτες. Σου
ετοίμασα και πρωινό>>.
<<Δυστυχώς δεν θα φάμε μαζί. Θα τα
πούμε αργότερα>>.
<<Θα μου λείψεις πολύ. Σε λατρεύω>>.
Tον αγκάλιασε τρυφερά και έφυγε γρήγορα για να πάει στα προκαθορισμένα
ραντεβού. Eκείνος κρατώντας ένα φλιτζάνι τσάι στα χέρια του, κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στον κάτω όροφο του σπιτιού. Ακολούθησε έναν διάδρομο που έβγαζε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Στους τοίχους υπήρχαν κρεμασμένοι πίνακες αλλά και σκόρπιοι κάτω στο πάτωμα. Στο κέντρο ένα μεγάλο τραπέζι λερωμένο με μπογιές και πιτσιλιές που δεν μπορούσες να διακρίνεις το χρώμα που είχε
αρχικά. Πάνω του είχε διάφορα πινέλα και τέμπερες χρησιμοποιημένες. Στην άκρη του δωματίου ένας καμβάς που δήλωνε ότι είχε να χρησιμοποιηθεί εδώ και καιρό.
Ήπιε μια γουλιά από το τσάι του και το μάτι του έπεσε σε έναν πίνακα που είχε
κρεμάσει στον τοίχο. Απεικονιζόταν μια απέραντη θάλασσα και ο γαλάζιος ουρανός. Ο νους του άρχισε να ταξιδεύει σε εκείνη την πρώτη φορά που κράτησε στα χέρια του πινέλο και ξεδίπλωσε το ταλέντο του στο χαρτί. Από
εκείνη την ημέρα δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει. Δεν σταμάτησε μέχρι την στιγμή
που έφυγε εκείνη. Η αλήθεια είναι πως και οι γονείς του δεν δέχτηκαν ποτέ αυτό το ταλέντο του. Δεν ταίριαζε με την κοινωνική τους τάξη όπως έλεγαν. Ο πατέρας του ο Σωκράτης Λυκουρέζος ήταν επιχειρηματίας και προερχόταν από
πλούσια οικογένεια όπως και η μητέρα του, η Σοφία Λυκουρέζου. Ο Σωκράτης ονειρευόταν μια λαμπρή καριέρα για τον γιο του και την διαδοχή του όταν ο ίδιος θα αποσυρόταν. Η Σοφία από την άλλη ονειρευόταν μια γυναίκα της ίδιας κοινωνικής τάξης που θα στεκόταν δίπλα του επάξια. Ο Στέφανος όμως
είχε άλλα όνειρα. Ένα από αυτά ήταν η ζωγραφική που όμως έμεινε στη μέση. Ήξερε ότι θα έχει μια άνετη ζωή και ένα μεγάλο μερίδιο από την περιουσία του πατέρα του παρόλα αυτά ήθελε να βγάζει μόνος του τα προς το ζην. Η Ζωή πήγε νωρίς στο γραφείο αφού την περίμενε πολλή δουλειά. Ήταν από τις καλύτερες οικονομολόγους της Λεμεσού. Προερχόταν από οικογένεια οικονομολόγων. Το
γραφείο άνηκε στον πατέρα της και τώρα το διοικούσε η ίδια. Φρόντισαν να κρατήσουν την πελατεία που είχε ο πατέρας της Νικήτας Καραμάνης. Στα 19 της έφυγε στο Παρίσι για σπουδές. Όταν επέστρεψε μετά από κάποια χρόνια με το πτυχίο έκανε την πρακτική της δίπλα στον πατέρα της προκειμένου να μάθει
καλύτερα την δουλειά. Μετά από κάποια χρόνια γνώρισε τον Στέφανο σε μια έκθεση ζωγραφικής που είχε κάνει ο ίδιος. Εκείνος τότε ήταν 35 χρονών, ψηλός, αρρενωπός με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Έκανε την πρώτη του έκθεση μετά από παρότρυνση της αδερφής του. Εκείνη ήταν πάνω στο άνθος της ηλικίας της, μόλις 25 χρονών, εντυπωσιακή και όμορφη. Από την ώρα που την είδε του έκανε εντύπωση και ήθελε να την προσεγγίσει. Φαινόταν από την όψη της ότι ήταν μια γυναίκα πετυχημένη, με πάθος για την ζωή. Η αφορμή για την γνωριμία τους δόθηκε από έναν κοινό γνωστό που παρευρισκόταν στην έκθεση. Τους σύστησε και ήδη από την στιγμή εκείνη υπήρχε μια έλξη. Του έδωσε συγχαρητήρια για το εκπληκτικό του ταλέντο και ο αυτός για να την ευχαριστήσει την κάλεσε σε ραντεβού για φαγητό την επόμενη κιόλας μέρα σε γνωστό εστιατόριο. Το ραντεβού τους κύλισε πολύ ευχάριστα αν και στην αρχή υπήρχε μια αμηχανία και από τις δύο πλευρές. Μίλησαν για την ζωή τους, τα παιδικά τους χρόνια και
για τα μελλοντικά τους σχέδια. Του είπε πως τον θαυμάζει πολύ ως ζωγράφο και ότι τον θεωρεί μεγάλο ταλέντο.
<<Θα ήθελα να δω και άλλους πίνακες
είσαι εκπληκτικός>>.
<<Σε ευχαριστώ πολύ, είσαι πολύ
ευγενική>>.
<< Πρέπει να δραστηριοποιηθείς λίγο περισσότερο για να γίνεις γνωστός είσαι
πραγματικά ένα σπάνιο ταλέντο>>
Χαμογέλασαν και οι δύο.
<<Το Σάββατο το βράδυ τι κάνεις; Θα ήθελες να βγούμε για ένα ποτό;>> την ρώτησε
ο Στέφανος.
<<Να το θεωρήσω ως πρόσκληση;>>
<<Γιατί όχι; Μου φαίνεσαι αρκετά αξιόλογη και θα ήθελα να σε ξαναδώ. Λοιπόν τι
λες;>>
<<Εντάξει θα περιμένω να με καλέσεις>>
Έδωσαν από ένα φιλί στο μάγουλο ο ένας στον άλλο και επιβεβαίωσαν το ραντεβού τους για το Σάββατο. Ο χρόνος κυλούσε πολύ αργά για την Ζωή
καθώς ήθελε πάρα πολύ να τον ξαναδεί. Το Σάββατο όλη μέρα προετοιμαζόταν για το ραντεβού. Είδε μέσα στη ντουλάπα της ένα μαύρο εντυπωσιακό φόρεμα που δεν το είχε βάλει ποτέ και τώρα ήταν η ευκαιρία. Στις εννιά το βράδυ την περίμενε κάτω από το σπίτι. Όταν κατέβηκε η Ζωή τον είδε να την περιμένει με ανυπομονησία στο αυτοκίνητο . Ο Στέφανος βγήκε και της άνοιξε την πόρτα.
<<Είσαι πολύ εντυπωσιακή>>.
<<Και εσύ όπως πάντα σωστός κύριος>>