Στοχασμός και Ποίηση - Χάιντεγγερ και Χαίλντερλιν
Τζαβάρας Γιάννης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing


Πρόλογος

Εδώ και αιώνες συνειδητοποιήθηκε ότι αυτά τα παράξενα λογοτεχνήματα, που είναι τα ποιήματα, έχουν ανάγκη από ιδιαίτερη
προσοχή και μελέτη, ώστε να κατανοηθούν και μάλιστα να ερμηνευτούν.
Έτσι, καλλιεργήθηκε από τους φιλολόγους ως αυθύπαρκτη τέχνη με επιστημονικές αξιώσεις η ερμηνευτική. Το έργο ετούτης όμως δεν είναι
απλό αλλά πολύπλευρο και πολυδαίδαλο. Οι ερμηνευτικές δυνατότητες είναι πολλών ειδών και καμιά ερμηνεία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί
εξαντλητική. Ερμηνεύουμε ένα ποίημα π.χ. εντάσσοντάς το σε μια ποιητική
παράδοση, ή ανασύροντας τα μοτίβα που οικειοποιήθηκε και τροποποίησε,
ή ελέγχοντας το πώς επεξεργάστηκε τα καλλιτεχνικά μέσα υπηρετώντας τον ποιητικό του στόχο. Ερμηνευτικά σχόλια είναι κι εκείνα που
θεωρήθηκαν χρήσιμα κατά την προσέγγιση της Αγίας Γραφής: η διασάφηση των δυσνόητων χωρίων, η ανάλυση του επιμέρους με βάση το
σύνολο και η καταγραφή παράλληλων χωρίων. Όταν, μάλιστα, κάποια κείμενα στέκονται σε υψηλό διανοητικό επίπεδο ή είναι δυσνόητα, αυτό το
είδος ερμηνείας είναι προτιμότερο αν όχι και αναγκαίο. Κατά τη δεκαετία του 1930 ο στοχαστής Martin Heidegger ξεκινά
μια επίμονη και πολυετή ερμηνευτική αναμέτρηση με την ποίηση του Friedrich Holderlin (1770-1843). Με αυτή την ενασχόληση δεν εμφανίζεται
σαν ένας ερασιτέχνης, που παραμερίζει το επιστημονικό του πεδίο για να
πλατσουρίσει στην τέχνη. Έχει ήδη κατά τα προηγούμενα χρόνια ασχοληθεί τόσο στοχαστικά με το ευρύτατο φαινόμενο της ερμηνείας2, όσο
και έμπρακτα με ερμηνεία φιλοσοφικών κειμένων αρχαίων-νεότερων-σύγχρονων. Αλλά ακόμα και αυτή η πρωτύτερη ενασχόληση με την
ερμηνεία διανοίγει μιαν άλλη προσέγγιση, εντελώς διαφορετική από την
παραδοσιακή. Επιδιώκει να στοχαστεί, κι αυτό θα πει: να ανοίξει ένα
στοχαστικό διάλογο που δεν έχει καμιά σχέση με τη φιλολογική ερμηνεία
και δεν εκλαμβάνει το ερμηνευόμενο κείμενο σαν ένα αντί-κείμενο που
απαιτεί αντικειμενική αντιμετώπιση.

Μήπως σ’ αυτόν τον διάλογο εμφιλοχωρούν υποκειμενικά στοιχεία και αυθαιρεσίες; Σίγουρα υπάρχει το ενδεχόμενο να παρεμβληθούν προσωπικές ιδιομορφίες και προκαταλήψεις· αλλά αυτό δεν είναι αναγκαστικά ένα ελάττωμα. Ακόμα και αν δεν το παραδέχεται, κάθε ερμηνευτική προσπάθεια ενέχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ερμηνευτή και στέκεται πάνω σε ριζωμένες αντιλήψεις (προ-καταλήψεις)3,
των οποίων η φανέρωση είναι κύριος στόχος ήδη του σωκρατικού αλλά και κάθε γνήσιου διαλόγου. Το παλαιό ιδεώδες μιας απροϋπόθετης- αντικειμενικής ερμηνείας παραχωρεί τώρα τη θέση του στην προσπάθεια
να αποκαλυφτούν οι ρευστές ιστορικές και κοινωνικές περιστάσεις, ο προσωπικός πλούτος και η προσωπική απορία (= αδυναμία πορισμού και
διεξόδου). Ο ερμηνευτικός διάλογος αναδεικνύει προπάντων τους διαλεγόμενους και τους καθιστά διάφανους στον ίδιο τον εαυτό τους. Έτσι νοούμενος δεν είναι αυθαίρετος, αλλά είναι αυτο-αίρεση: αποφασιστική
επιλογή και ανάσυρση του εαυτού.

Το ποιητικό κείμενο δεν είναι αποτέλεσμα ψύχραιμης εφαρμογής
κάποιας τεχνικής ή κάποιας θεωρίας, αλλά διέπεται κατά τον Χάιντεγγερ
από ένα κρυφό πάθος· γι’ αυτό επιζητά το αντίστοιχο πάθος του ερμηνευτή
που θα το αναδείξει4. Μόνο εάν εισδύσει σ’ εκείνα τα ενδόμυχα βάθη που
ζύμωσαν κι έπλασαν το ποιητικό λέγειν, θα μπορέσει ο ερμηνευτής να
συλλάβει τον αρχέγονο πυρήνα. Έτσι, τίθεται ένα καινούριο ζητούμενο:
κατά πόσο είναι ο ερμηνευτής αρκετά τολμηρός, για να παλέψει με τα
ενδόμυχα και να αναδείξει τη σφύζουσα ορμητικότητά τους. Όχι
νηφαλιότητα, αλλά παθιασμένα εφόδια χρειάζεται να διαθέτει σ’ αυτό το
περιπετειώδες ταξίδι.
Θα μπορέσει όμως ποτέ ο ερμηνευτής, φορτισμένος με τις
ιδιομορφίες του και με φλογερά πάθη, να αποδείξει την εγκυρότητα της
ερμηνείας του; Ο Χάιντεγγερ απαντά: «Εδώ δεν χρειάζεται να αποδείξουμε
τίποτα. Κάθε απόδειξη είναι πάντα και μόνο μια υστερόχρονη επιδίωξη που
στηρίζεται σε όσα προϋποτίθενται. Ανάλογα με το πώς αυτά τίθενται,
μπορούν ν’ αποδειχτούν τα πάντα. Αλλά λίγα είναι εκείνα που μπορούν να
ληφθούν σοβαρά υπόψη. Αρκεί λοιπόν να σεβαστούμε τον ιδιαίτερο λόγο
του ποιητή»5. Σ’ αυτές τις προτάσεις διατυπώνεται αφενός μια οξύτατη
κριτική στην άκρατη τάση για παροχή αποδείξεων· αυτές δεν έχουν σχέση με τις αρχέγονες πηγές, απ’ όπου ξεπηδά ένα ποιητικό έργο. Η απόδειξη
είναι ένα επίπλαστο τεχνούργημα που στηρίζεται σε αμφίβολες προϋποθέσεις, και τέτοιες είναι η καθιερωμένη εξαντικειμενίκευση των
ποιητικών «κειμένων» και η επιπόλαιη νηφαλιότητα του ερμηνευτή.
Αφετέρου ο Χάιντεγγερ προτείνει εδώ έναν καινοτόμο στόχο: ν’ανακαλύψουμε τις προδιαγραφές του ποιητή, να τις λάβουμε σοβαρά
υπόψη (beachten) και να τις σεβαστούμε (achten) ως κατακτημένες ιδιαιτερότητες. Έτσι στοχαζόμενος ο ερμηνευτής μπορεί να συναντήσει όχι
τόσο το ποιητικό αποτέλεσμα, όσο εκείνη την πρωτύτερη «ιδιοποίηση» (=
αυτοπραγμάτωση) που πρόσφερε λεκτική έκφραση στην ιδιάζουσα υφή του
ποιητή.
Αυτό που χρειάζεται, για να οδηγηθούμε στην ιδιοποίηση, ο
Χάιντεγγερ το χαρακτηρίζει «αγώνα»6. Ο πρώτος που διεξάγει έναν τέτοιο
αγώνα, για να γίνει κύριος και συνάμα δούλος της ποίησης, είναι ο ποιητής.
Ακολουθώντας τα δικά του αγωνιστικά ίχνη χρειάζεται να υπερβούμε το
απλά παρευρισκόμενο αντί-κείμενο που είναι ένα ποίημα, για να
εισδύσουμε στο χώρο της ποίησης. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο:
είναι ένας αγώνας ενάντια σ’ εμάς τους ίδιους, κατά το μέτρο που έχουμε
ξεβραστεί σε κάποια παραλία καθημερινότητας, τυφλοί, κουφοί και
παράλυτοι, και ούτε βλέπουμε ούτε ακούμε ούτε αγγίζουμε τον κυματισμό
της θάλασσας.
2. Το 1933-34 ο Χάιντεγγερ αναμειγνύεται στα πολιτικά πράγματα
της Γερμανίας από τη θέση του πρύτανη του Πανεπιστημίου του Freiburg,
υποστηρίζοντας δημόσια το τότε ανερχόμενο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα.
Πολύ σύντομα, την άνοιξη του 1934, αποφασίζει να εγκαταλείψει αυτή τη
δραστηριοποίηση κι επιστρέφει στα διδακτικά του καθήκοντα με μια
πανεπιστημιακή παράδοση που αναλαμβάνει την ανάλυση δύο ύμνων του
Χαίλντερλιν: «Γερμανία» και «Ο Ρήνος». Σ’ αυτή την παράδοση δεν ξεκινά
απευθείας με τα ποιήματα, αλλά με ένα εκτενές εισαγωγικό μέρος που έχει
ως θέμα: «Ποίηση και γλώσσα»7. Ούτε αρκείται να εμβαθύνει στα δύο
αυτά ποιήματα του Χαίλντερλιν, αλλά παρεμβάλλει χωρία από προσωπικές
επιστολές του ποιητή, μεμονωμένα αποσπάσματα ποιημάτων, αλλά και
εκτενή ποιήματα8. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο Χάιντεγγερ δεν παύει να.....