Το Φτερό του Θεραπευτή Αητού
Ψάλτη Εύη
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Ένα όνειρο με ξύπνησε στις 3 η ώρα το πρωί. Έντονο όνειρο. Από αυτά που εμείς οι ψυχοθεραπευτές σημειώνουμε πάντα στο καρνέ μας να μη τα ξεχάσουμε πριν τα αναλύσουμε και τα κατανοήσουμε.
Ήταν ένας Ινδιάνος με γέρικο χαμογελαστό πρόσωπο ντυμένος στα λευκά. Τα χέρια του απλωμένα μπρος από το στήθος του μου πρότειναν ένα ρούχο λευκό .
-Πάρε το μου είπε. Φόρεσε το και γράψε για τον Ονουάχα.
Ξύπνησα. Ακόμα η νύχτα ήταν πυκνή και μοναχική. Άναψα τσιγάρο.
« Ονουάχα» σκέφτηκα. Από πού μου ήρθε τούτο πάλι; Και τι να γράψω; Ιστορίες με ινδιάνους;
Την άλλη μέρα τηλεφώνησα στην φίλη μου τη Λίλυ Στυλιανούδη που οι Νομικές και Ανθρωπολογικές της σπουδές καθώς και οι ανθρωπολογικές της έρευνες ανά τον κόσμο την καθιστούσαν το πιο κατάλληλο άτομο να μου πει την προέλευση του ονόματος Ονουάχα.
-Σίγουρα δεν ακούγεται ινδιάνικο μου είπε. Πολύ πιθανόν να έχει ρίζες εβραϊκές.
Μετά από πολύωρη συζήτηση καταλήξαμε -με πάρα πολλές όμως αμφιβολίες- ότι Ο-νου-αχα ίσως να σημαίνει αυτόν που έχει τον Νου. Πολύ περιορισμένη ερμηνεία αλλά αποφασίσαμε να μείνουμε σε αυτή.
Οι μέρες περνούσαν και σχεδόν είχα ξεχάσει το όνειρο ώσπου ένα μεσημεράκι καθώς περίμενα την κόρη μου να γυρίσει από το σχολείο, μου ήρθε μια εικόνα στο νου.
Γύρω στα επτά μου , Αυγουστιάτικες διακοπές στην Κίμωλο, ήμουνα ξαπλωμένη με τον πατέρα και τον αδερφό μου πάνω στα βότσαλα της σκοτεινής παραλίας στη Ψάθη ( τότε ακόμα το νησί δεν είχε ηλεκτρισμό) και μελετούσαμε τον έναστρο, πεντακάθαρο ουρανό με δέος. Ο πατέρας μας έδειχνε την Κασσιόπη και τις άρκτους και τον Πολικό αστέρα και μας μιλούσε ιστορίες για το κάθε τι μπλέκοντας τη μυθολογία με την ιστορία και τις επιστημονικές έρευνες αλλά και με τις δοξασίες των απλών ανθρώπων και συνέθετε έτσι ένα ποικιλόμορφο σκέπασμα πληροφοριών για τα αστέρια, τους γαλαξίες και την ύπαρξη του ανθρώπου στη Γη, που με συντροφεύει στη ζωή μου μέχρι σήμερα.
Κι όπως η εικόνα ξετυλιγόταν μπροστά μου νοσταλγικά εκείνο το μεσημέρι , ξάφνου ταράχτηκε από τη σκέψη ενός μικρού ινδιάνου που με θράσος προσπαθούσε να χωρέσει τον έναστρο Αυγουστιάτικο ουρανό μου μέσα στην ξύλινη κούπα του και να τον καταπιεί.
Τι αυθάδικη κι αλαζονική σκέψη! Ομολόγησα στον εαυτό μου και χαμογέλασα.
Έτσι πρωτοσυναντηθήκαμε με τον Ονουάχα.
Το επόμενο κι όλας πρωί είχα ξεκινήσει να γράφω το φτερό του θεραπευτή αητού.
Όσο έγραφα ήμουνα σε μια κατάσταση μισούπνωσης που μου ήταν ευχάριστη και μου πρόσφερε ένα συναίσθημα ευφορίας. Το διασκέδαζα. Δεν υπήρξε δυστοκία. Το κείμενο «τσουλούσε» μόνο του σαν κάποιος να μου το υπαγόρευε, σα να μην το γεννούσα εγώ. Είχα την αίσθηση πως ο ίδιος ο Ονουάχα είχε καθίσει δίπλα μου, και μου έλεγε τι να γράψω. Ήταν μια πορεία θεραπευτική από το τίποτα στο τίποτα. Σαν τον ακροβάτη- σαλτιμπάγκο που λέει στον Ονουάχα πως δεν τον ενδιαφέρει πού αρχίζει το σχοινί πάνω στο οποίο ακροβατεί και ούτε πού τελειώνει. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να ολοκληρώσει όση διαδρομή του αναλογεί πάνω σε αυτό με αυτοσεβασμό και ικανοποίηση.
Ο Ονουάχα περνάει πολλά θεραπευτικά στάδια ώσπου να καταλήξει στο προσωπικό του νόημα της ζωής. Παλεύει με τον αλαζονικό και αδαή του εαυτό, τη θλίψη, την ανημποριά, τον πόνο, την απώλεια, την αγανάκτηση, το θράσεμα, το φόβο, τις συγκινησιακές εναλλαγές στις σκιές των επιλογών που δεν έκανε. Αγαπά, θρηνεί,μαθαίνει, εκστασιάζεται και εμπιστεύεται τη σιωπή. Κι έτσι απελευθερώνεται.
Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1998 με εικονογράφηση Νικόλα Ανδρικόπουλου από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα στη σειρά «Ανθρώπινα Συστήματα» του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρώπινων Σχέσεων.
Έκανε δύο εκδόσεις και δεν αγκαλιάστηκε παρά μόνο από ένα περιορισμένο κοινό. Ωστόσο, όσοι το αγκάλιασαν το έκαναν με περίσσια αγάπη, ταυτίστηκαν με τα «θεραπευτικά» στάδια του Ονουάχα και μου επέστρεψαν ότι εισέπραξαν με γλύκα και με λόγια γεμάτα ανθρωπιά. Όπως το παρακάτω:
«Από τη πρώτη ανάγνωση με συνεπήρε και με γοήτευσε Το Φτερό του Θεραπευτή Αητού.
Μέσα από τις περίτεχνες αφηγήσεις της περιπέτειας του ταξιδευτή Ονουάχα αναβίωσα τις περιπέτειες της παιδικής μου ψυχής και ξύπνησαν όπως στην Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων, τα παιδικά μου αναπάντητα ερωτήματα.
Ήταν σαν να με γύριζε πίσω στα χρόνια που σαν παιδί είχα την ανάγκη να κατανοήσω και να εξηγήσω τα φαινόμενα, τις καταστάσεις, τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα που βίωνα στον μικρόκοσμό μου» Ε. Μπ.
« Άφησα την ανάμνηση της ανάγνωσης να κάτσει λίγο μέσα μου.
Να πάρει χρώμα, να φέρει γεύση και άρωμα.
Η ψυχή μου υποκλίθηκε στο ζεστό χάδι της ανάγνωσης και ήρθε η ώρα του «Ευχαριστώ».
Σε σας αρχικά που χωρίς να το ξέρετε δώσατε όνομα σε συναισθήματα και σκέψεις που χρόνια περιπλανιούνται μέσα μου ζητώντας απεγνωσμένα ταυτότητα.