Τάκιτου Χρονικά. Ι-VI. Τιβέριος
Φωτάκης Κωνσταντίνος Τ.
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Ο Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος θεωρείται ο μεγαλύτερος ίσως Ρωμαίος ιστορικός, ένας από τους σημαντικότερους όλων των αιώνων, και τα Χρονικά αποτελούν το σπουδαιότερο έργο του. Περιγράφουν την ιστορία των άμεσων διαδόχων του Αυγούστου και την εδραίωση του νεοπαγούς αυτοκρατορικού συστήματος, που αυτός είχε ιδρύσει, και αποτελούν την κύρια ιστορική πηγή μας για εκείνη την εποχή. Η βαρύτητά τους γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν εκ των έσω γνώστης των πραγμάτων, με μια επιτυχή πολιτική σταδιοδρομία που στέφθηκε με ύπατα αξιώματα. Με τη δύναμη μάλιστα του λόγου του και τη διεισδυτικότητα της σκέψης του, ο Τάκιτος έπαιξε κύριο ρόλο, κυρίως μέσα από τα Χρονικά, στη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε σήμερα για τις αρχές της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ωστόσο λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του. Μερικές μόνο αναφορές μέσα στα δικά του έργα και στις επιστολές που του απηύθυνε ο φίλος του, ο γνωστός Πλίνιος ο νεότερος, καθώς και δυο επιγραφές, μια επιτάφια από τη Ρώμη και μια από τα Μύλασα της Καρίας, είναι ουσιαστικά όλα όσα διαθέτουμε γι αυτόν και από αυτά πρέπει να προσπαθήσουμε να συνθέσουμε μια ευρύτερη εικόνα για το βίο του.
Ακόμα και το πρώτο του όνομα αμφισβητείται – Πόπλιος ή Γάιος. Σύμφωνα με το μόνο σωζόμενο χειρόγραφο που περιλαμβάνει τα πρώτα έξι βιβλία των Χρονικών και χρονολογείται από το πρώτο μισό του ενάτου αιώνα, ονομαζόταν Πόπλιος, ωστόσο ο Σιδώνιος Απολλινάρις, ένας λόγιος επίσκοπος, ποιητής και επιστολογράφος (περ. 430-480 μ.Χ.), τον αποκαλεί Γάιο. Έχουν ακόμα προταθεί από σύγχρονους ερευνητές και τα ονόματα Σέξτος ή Κόιντος, αλλά χωρίς ευρύτερη ανταπόκριση.
Ασάφεια επικρατεί και ως προς τον τόπο της γέννησής του. Μια επιστολή του Πλίνιου του νεότερου (9.23) υποδηλώνει ότι οι δυο τους κατάγονταν από την ίδια ευρύτερη περιοχή. Δεδομένου ότι ο Πλίνιος καταγόταν τη Β. Ιταλία (από το Κόμο), συνάγεται ότι και ο Τάκιτος καταγόταν ίσως από αυτή την περιοχή, ή πιθανόν από τη γειτονική επαρχία της Ναρβωνικής Γαλατίας, τη σημερινή νότια Γαλλία. Η τελευταία εκδοχή υποδεικνύεται ίσως από το γεγονός ότι ο Τάκιτος παντρεύτηκε την κόρη του Συγκλητικού Γναίου Ιούλιου Αγρικόλα (του περίφημου κυβερνήτη της Βρεττανίας, τη βιογραφία του οποίου έγραψε αργότερα), ο οποίος καταγόταν από εκεί. Επιπλέον μια πιθανή γαλατική (κελτική) καταγωγή του ενισχύεται ίσως και από την ικανότητά του στη ρητορική, για την οποία φημίζονταν οι Γαλάτες, καθώς και από τη συμπαθητική στάση που κρατά απέναντι στους αλλοεθνείς που αντιστάθηκαν στη Ρώμη, όπως οι Βρεττανοί αρχηγοί Καράκτακος και Κάλγακος και η σύζυγος του βασιλιά Πρασούταγου Βοαδίκεια, ο Γερμανός Αρμίνιος, ο Μιθριδάτης του Κιμμερικού Βοσπόρου, κλπ.. Εικάζεται τέλος ότι, για να είναι φίλοι με τον Πλίνιο, θα ήταν και οι δυο τους μέλη της επαρχιακής αριστοκρατίας. Ωστόσο τίποτε από τα παραπάνω δεν επιβεβαιώνεται, είτε από τον ίδιο τον Τάκιτο ή τον Πλίνιο, είτε από κάποια άλλη πηγή.
Η ίδια άγνοια επικρατεί και για την οικογένειά του. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο θείος του φίλου του Τάκιτου, αναφέρει κάποιον Κορνήλιο Τάκιτο, ένα μέλος της ελάσσονος αριστοκρατικής τάξης των Ιππέων (δεύτερης τη τάξει μετά αυτής των Συγκλητικών), σαν διαχειριστή των οικονομικών (προκουράτορα) της επαρχίας της Βελγικής Γαλατίας (Φυσική Ιστορία 7.76). Δεδομένου ότι το όνομα ‘Τάκιτος’ δεν ήταν διαδεδομένο, πιστεύεται ότι ο ιστορικός ήταν ίσως γιος εκείνου του Κορνήλιου. Παρεμπιπτόντως, ένας γιος του τελευταίου αναφέρεται από τον Πλίνιο ότι πέθανε νέος, ο οποίος θα ήταν σε εκείνη την περίπτωση αδελφός του Τάκιτου.
Ο χρόνος της γέννησής του είναι επίσης άγνωστος, πρέπει όμως να γεννήθηκε γύρω στο 55 μ.Χ. Πράγματι, από το έργο του Διάλογος περί ρητόρων εικάζεται ότι γεννήθηκε στα 56 μ.Χ. και ότι ήλθε στη Ρώμη στα δεκαεννέα του χρόνια, στα 75 μ.Χ. Επιπλέον, καθώς έχουμε αναφορές για το χρόνο που ο Τάκιτος ανέλαβε κάποια αξιώματα, μπορούμε να υπολογίσουμε το χρόνο γέννησής του ανατρέχοντας στα ελάχιστα απαιτούμενα όρια ηλικίας που ίσχυαν στη ρωμαϊκή πολιτεία για την εισδοχή σε μια συγκεκριμένη δημόσια θέση.
Δεν γνωρίζουμε τίποτε για την εκπαίδευσή του, κρίνοντας όμως από τον Πλίνιο, εικάζεται ότι εκπαιδεύτηκε στη ρητορική στη Ρώμη από τον Κοϊντιλιανό, για τον οποίο ο Αυτοκράτορας Βεσπασιανός (69-79 μ.Χ.) είχε ιδρύσει την πρώτη δημόσια έδρα ρητορικής στην πόλη. Ο ίδιος αναφέρει με πόσο ζήλο και επιμέλεια μελετούσε τους μεγάλους ρήτορες. Πράγματι, οι επιδόσεις του σε αυτό τον τομέα συντέλεσαν στην επιτυχή πολιτική του σταδιοδρομία.
Σχετικά με την τελευταία, ο ίδιος αναφέρει ότι η ανύψωσή του στα δημόσια αξιώματα ξεκίνησε από το Βεσπασιανό (69-79 μ.Χ.), δέχθηκε μεγάλη ώθηση από τον Τίτο και προήχθη ακόμα περισσότερο από το Δομιτιανό (Ιστορίες 1.1.3). Πολύτιμη βοήθεια μας προσφέρει εδώ μια από τις δυο επιγραφές που αναφέραμε στην αρχή, εκείνη από τη Ρώμη, η οποία θεωρείται ότι κατά πάσα πιθανότητα ανήκει στον τάφο του Τάκιτου (Corpus Inscriptionum Latinarum 6.1574 (το Corpus είναι συλλογή όλων των αρχαίων λατινικών επιγραφών, την οποία επιμελείται η Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου-Βραδεμβούργου). Βλ. Alfoeldy (1995), σελ. 251–68). Κατ’ αυτήν ο ιστορικός είχε διατελέσει μέλος των Είκοσι (Vigintiviri, μιας σειράς από είκοσι ελάσσονες αξιωματούχους, δέκα δικαστές (εδώ υπηρέτησε ο Τάκιτος), τρεις επί των νομισματοκοπείων, τέσσερεις επί των δημοσίων οδών και τρεις επί των φυλακών), ένα αξίωμα που σηματοδοτούσε συνήθως την αρχή μιας δημόσιας σταδιοδρομίας, οπότε αυτή θα ήταν η αρχή της καριέρας του επί Βεσπασιανού. Οπωσδήποτε φαίνεται ότι ήδη έδειχνε πολλά υποσχόμενος, γιατί ο Πλίνιος, λίγο μικρότερός του, αναφέρει ότι όταν ήταν νέος, ο Τάκιτος θεωρούταν ο πιο άξιος μίμησης απ΄ όλους τους τότε επιφανείς άνδρες. Την εποχή αυτή επίσης (77 μ.Χ.) παντρεύτηκε την κόρη του Γναίου Ιουλίου Αγρικόλα, που σύντομα θα έγραφε ιστορία σαν κυβερνήτης της Βρεττανίας (ήταν αυτός που θα ολοκλήρωνε την κατάκτηση της νήσου) και ο ίδιος ο ιστορικός θα την απαθανάτιζε.
Η μεγάλη ώθηση που αναφέρει ότι δέχθηκε στη σταδιοδρομία του από τον επόμενο Αυτοκράτορα, τον Τίτο, πρέπει σίγουρα να ήταν το αξίωμα του κοιαίστορα, αξιωματούχου επί των οικονομικών. Το ξεχωριστό αυτής της προώθησης βρισκόταν όχι μόνο στο ότι αυτή η θέση έδινε στον κάτοχό της πρόσβαση στη Σύγκλητο, αλλά και στο ότι, σύμφωνα με την επιτάφια επιγραφή, ο Τάκιτος υπήρξε ‘κοιαίστωρ του Αυγούστου’, τιμή ιδιαίτερη, καθώς την έφεραν μόνο δυο από τους είκοσι συνολικά κοιαίστορες, και επιλέγονταν προσωπικά από τον Αυτοκράτορα να τον αντιπροσωπεύουν στη Σύγκλητο κατά την απουσία του και να εκφωνούν τους λόγους του. Παρεμπιπτόντως, ο διορισμός αυτός αποτελεί και μια ένδειξη για την ημερομηνία της γέννησής του, καθώς θα έπρεπε να είχε συμπληρώσει τα εικοσιπέντε του χρόνια, ενώ η βασιλεία του Τίτου υπήρξε εξαιρετικά σύντομη (79-81 μ.Χ.).
Η περαιτέρω άνοδός του επί Δομιτιανού (81-96 μ.Χ.) περιλάμβανε κατά την επιγραφή της Ρώμης το αξίωμα του τριβούνου των πληβείων, του αξιωματούχου που υποστήριζε τα δικαιώματα της κατώτερης αυτής τάξης, ίσως γύρω στα 85 μ.Χ. Στη συνέχεια, όπως ο ίδιος αναφέρει στα Χρονικά (11.11.1), ανέλαβε το πραιτορικό αξίωμα, που είχε να κάνει με την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά και μια θέση στη σημαντική ιερατική αδελφότητα των Δεκαπέντε (Quindecimviri), που ήταν οι φύλακες των προφητικών Βιβλίων της Σίβυλλας και επέβλεπαν τις λατρείες των νεοεισαχθέντων θεών, ενώ είχαν και την ευθύνη της τέλεσης των Αγώνων του Αιώνα, που υποτίθεται ότι εορτάζονταν κάθε εκατονταετία. Τις τελευταίες αυτές θέσεις κατείχε στα 88 μ.Χ., όταν εκείνοι οι αγώνες εορτάστηκαν από το Δομιτιανό.
Τον επόμενο χρόνο εγκατέλειψε τη Ρώμη, πιθανόν σε διοικητική αποστολή στη Βελγική Γαλατία, όπου ίσως συνέλεξε τις πληροφορίες για τα γερμανικά ήθη και έθιμα, που αργότερα κατέγραψε στο έργο του Γερμανία. Έτσι απέφυγε μια ζοφερή περίοδο της διακυβέρνησης του τυραννικού Δομιτιανού, όταν οι εκτελέσεις σημαινόντων προσώπων πλησίαζαν στο αποκορύφωμά τους. Ωστόσο τον βρίσκουμε ξανά στη Ρώμη στα 93 μ.Χ., όπως ο ίδιος λεει στον Αγρικόλα, όπου ήταν παρών κατά τις δίκες προδοσίας που λάμβαναν τότε χώρα. Δεν γνωρίζουμε αν παρέμεινε εκεί μέχρι τη δολοφονία του Δομιτιανού, τρία χρόνια αργότερα. Πάντως αργότερα δήλωσε ότι ο πεθερός του υπήρξε τυχερός που πέθανε ξεφεύγοντας τα τρία αυτά τελευταία χρόνια της τυραννίας, που με τις συνεχείς πια εκτελέσεις ΄στράγγιζε σε μια συνεχή ροή το ζωτικό αίμα της πολιτείας΄.
Η ταραγμένη εκείνη εποχή χάραξε την προσωπικότητά του και διαμόρφωσε το μίσος του εναντίον της απολυταρχίας. Διηγείται ότι ο Δομιτιανός ζητούσε πλήρη απαρτία των Συγκλητικών όταν καταδίκαζε τα αριστοκρατικά του θύματα και, λέγοντας ‘θέλω να βλέπω καθαρά αν τρέφετε αγάπη προς το πρόσωπό μου’, ζητούσε την ενθουσιώδη επιδοκιμασία τους. Απελπισμένος ο Τάκιτος παρατηρούσε: ‘Ακόμα και ο Νέρων απέστρεφε τα μάτια του από τις θηριωδίες που διέτασσε, αλλά με το Δομιτιανό η μεγαλύτερη αθλιότητά μας ήταν να βλέπουμε και να μας βλέπουν, να ξέρουμε ότι οι αναστεναγμοί μας καταγράφονταν΄. Πέρα ωστόσο από ζητήματα επιβίωσης, ο Τάκιτος βρισκόταν τώρα κοντά στο υψηλότερο θεωρητικά αξίωμα, αυτό του υπάτου, και η προαγωγή του εξαρτιόταν από τη σιωπή και τη συμμόρφωσή του. Διάλεξε πράγματι να ακολουθήσει αυτό το δρόμο και αυτό το γεγονός του δημιούργησε τύψεις, τις οποίες αργότερα προσπάθησε να εξορκίσει στηλιτεύοντας την απολυταρχία στα γραπτά του. Χαρακτηριστική των ενοχών και της απολογητικής του στάσης φαίνεται η έκφραση ‘δεν αρνούμαι ότι η σταδιοδρομία μου...προήχθη από το Δομιτιανό’. Την ώρα τόσων διώξεων και θυμάτων, αυτός όχι μόνο είχε επιβιώσει, αλλά επιπλέον η καριέρα του είχε ακμάσει.
Όπως και να έχει, η σύνεσή του απέδωσε. Στα 96 μ.Χ. ο μισητός στη Σύγκλητο Δομιτιανός δολοφονήθηκε από μια συνωμοσία αυλικών του και ο φωτισμένος Νέρβας ανέβηκε στο θρόνο (96-8 μ.Χ.). Και τα τέλη της επόμενης χρονιάς (Νοέμβριος – Δεκέμβριος του 97 μ.Χ.) επεφύλασσαν στον Τάκιτο την άνοδο στο υπέρτατο αξίωμα, την υπατεία (θεωρητικά αυτό παρέμενε το ανώτερο αξίωμα της πολιτείας και ακόμα και οι Αυτοκράτορες το λάμβαναν κάποιες φορές). Επί Αυτοκρατορίας αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική οι δυο κανονικοί ύπατοι μιας χρονιάς (consules oridnarii, που το όνομά τους χρησιμοποιούταν για την χρονολογική αναφορά σε αυτήν) να παραιτούνται κάποια στιγμή στο μέσον της και να αντικαθιστούνται από αναπληρωτές (consules suffecti), ώστε να τιμώνται με το ύψιστο αξίωμα περισσότεροι επιφανείς. Έτσι εκείνο το έτος έκλεισε με τον Τάκιτο στο αξίωμα και σαν ύπατος εκφώνησε τον επικήδειο του διακεκριμένου πολιτικού Λεύκιου Βεργίνιου Ρούφου (βλ. 15.23.1 σημ., Πλίνιος, Eπιστολές 2.1.6). Καθώς το υπατικό αξίωμα απαιτούσε κανονικά όριο ηλικίας τουλάχιστον τα σαρανταδύο χρόνια, η απόκτησή του μας προσφέρει άλλη μια ένδειξη υπολογισμού του πιθανού χρόνου γέννησης του ιστορικού.