Τάκιτου Χρονικά. XΙII-XVI. Νέρων
Φωτάκης Κωνσταντίνος Τ.
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Ο Νέρωνας αποπειράται να δολοφονήσει τη μητέρα του Αγριππίνα, υπονομεύοντας το πλοίο που τη μετέφερε (14.5):
Οι θεοί πρόσφεραν μια νύχτα φωτεινή χάρη στα άστρα και ειρηνική, και μια γαλήνια θάλασσα, σαν για να προσφέρουν ξεκάθαρη απόδειξη ότι θα επρόκειτο περί εγκλήματος. Το πλοίο δεν είχε προχωρήσει πολύ και η Αγριππίνα συνοδευόταν από δυο από το πλήθος των ανθρώπων της. Από αυτούς ο Κρηπηρήιος Γάλλος στεκόταν όχι μακριά από το πηδάλιο, ενώ η Ακερρωνία, ακουμπώντας στα πόδια της κυρίας της που αναπαυόταν ξαπλωμένη, αναλογιζόταν με χαρά τη μεταμέλεια του γιου και την αποκατάσταση της μητέρας στην εύνοιά του.
Εκείνη τη στιγμή δόθηκε το σήμα και η σκεπή πάνω από εκείνο το σημείο κατέρρευσε, από ένα μεγάλο φορτίο μολύβδου πάνω της. Ο Κρηπηρήιος συνεθλίβη και σκοτώθηκε ακαριαία. Όμως η Αγριππίνα και η Ακερρωνία προστατεύτηκαν από τις ψηλές πλευρές του κρεβατιού, που κατά τύχην ήταν πολύ γερές για να υποχωρήσουν από το φορτίο. Αλλά ούτε κι η διάλυση του σκάφους δεν επακολούθησε, καθώς οι ανίδεοι για το κόλπο ήταν η πλειοψηφία και μέσα στη γενική σύγχυση εμπόδιζαν τους γνώστες. Τότε κάποιοι κωπηλάτες θεώρησαν ότι έπρεπε να κλίνουν προς τη μια πλευρά και έτσι να βυθίσουν το πλοίο. Αλλά δεν τους ήταν εύκολο να συμφωνήσουν μέσα στην αναπάντεχη αυτή κατάσταση και άλλοι παλεύοντας αντίθετα έδιναν την ευκαιρία στον κόσμο να ρίχνεται πιο μαλακά στη θάλασσα.
Πάνω σ’ αυτά, ανυποψίαστη η Ακερρωνία, άρχισε να φωνάζει ότι ήταν η Αγριππίνα και ζητούσε να βοηθήσουν τη μητέρα του Αυτοκράτορα - οπότε όρμησαν με κοντάρια, κουπιά και ο,τιδήποτε ναυτικά όπλα πρόσφερε η τύχη και την αποτέλειωσαν. Η Αγριππίνα, σιωπηλή και γι’ αυτό λιγότερο αναγνωρίσιμη (δέχθηκε ωστόσο ένα τραύμα στον ώμο), κολύμπησε και μετά συνάντησε κάποιες βάρκες, που την μετέφεραν στη λίμνη Λουκρίνη, και έτσι έφτασε στην έπαυλή της.