Adult FairyTales Βιβλίο 1
Antoniou James
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Πριν 10 χρόνια

Ο αέρας μυρίζει καλοκαίρι, παρόλο που έχει μπει πια για τα καλά ο Νοέμβρης. Μέσα στο τρόλεϊ, μια μητέρα με το μικρό της αγόρι κοιτάζουν το δρόμο. Η μητέρα λέγεται Ασπασία. Είναι μια νεαρή, γλυκιά ύπαρξη που ζει και αναπνέει για το αγόρι που βρίσκεται δίπλα της. Ο Ανέστης είναι το πρώτο της παιδί και το πρώτο εγγόνι στην οικογένειά της.
Ο μικρός άρχισε να παραπονιέται πριν δυο-τρεις μέρες, πως τον ενοχλεί η κοιλιά του. Η Ασπασία, του έφτιαξε στην αρχή μερικές σούπες και ζεστά, αλλά δεν υπήρξε καμία βελτίωση. Αργά το προηγούμενο βράδυ και αφού ο μικρός τους ξαγρυπνούσε για τρίτη συνεχόμενη βραδιά, ο άντρας της πρότεινε πως καλό θα ήταν να τον πήγαινε μια βόλτα μέχρι το Νοσοκομείο Παίδων.
Κοντά στις έντεκα, μητέρα και γιος πέρασαν την πόρτα του νοσοκομείου. Ο γιατρός ήταν παλιός γνωστός της οικογενείας. Ένας άντρας πάνω από εξήντα, ο οποίος είχε υπάρξει και δικός της παιδίατρος. Αφού εξέτασε το παιδί, την κάλεσε στο γραφείο του ανήσυχος και της είπε πως ο μικρός είχε σκωληκοειδίτιδα και έπρεπε να εγχειριστεί άμεσα. Η κοπέλα αισθάνθηκε τα πόδια της να τρέμουν και τα φώτα του δωματίου να σκοτεινιάζουν απότομα.
«Μη φοβάσαι», της είπε ο γιατρός, «δεν είναι κάτι σπουδαίο. Μια απλή επέμβαση ρουτίνας. Αύριο θα είστε σπίτι, σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα».
Η Ασπασία μίλησε με τον άντρα της, ο οποίος ήταν σαφώς πιο ψύχραιμος. Της είπε να μην ανησυχεί, πως θα έφευγε αμέσως από τη δουλειά και θα τους συναντούσε στο νοσοκομείο. Μισή ώρα μετά, οι νοσοκόμοι ετοίμασαν το παιδί και το πέρασαν από τις πόρτες των χειρουργείων. Η Ασπασία έσκυψε και το φίλησε απαλά στο μάγουλο. Πριν προλάβει η ζεστή μεταλλική γεύση του υπνωτικού αερίου να τον τυλίξει στη λήθη της, ο μικρός έστρεψε το πρόσωπό του προς τη μητέρα του.
«Μανούλα με αγαπάς;» τη ρώτησε.
«Σε λατρεύω ζωγραφιά μου», απάντησε η νεαρή μητέρα.
«Μανούλα μόνο εμένα;»
«Μόνο εσένα αγάπη μου, για πάντα μόνο εσένα».
Τα μάτια του μικρού έκλεισαν και το φορείο χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου.

Πριν 3 ημέρες

Ανοίγει τα μάτια του. Φως, ζεστό και έντονο φως. Τον τυφλώνει. Πονούν τα μάτια του. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι το φορείο ενός νοσοκομείου. Η τελευταία εικόνα που διατηρεί, είναι το πρόσωπο της μητέρας του. Πού είναι τώρα; Γιατί τον άφησε μόνο του; Προσπαθεί να φωνάξει. Σιωπή. Προσπαθεί να τρέξει. Ακινησία. Κατεβάζει το βλέμμα του χαμηλά. Κενό. Το ανεβάζει προς τα επάνω. Κενό. Πώς γίνεται να μην πατά πουθενά και όμως να μην πέφτει;
«Πού είναι η μητέρα μου; Γιατί είμαι μόνος μου;» Αισθάνεται πως κάποιος τον καλεί. Ο ήχος, του θυμίζει τη φωνή της μητέρας του. Από πού ακούγεται;
«Μαμά πού είσαι;»
Τρομάζει. Σε τελική ανάλυση, γιατί να μην τρομάξει; Οκτώ χρονών παιδάκι είναι. Έχει κάθε δικαίωμα και να τρομάξει και να κλάψει και να κάνει και φασαρία αν θέλει… Δεν θέλει. Κάτι έχει αλλάξει μέσα του. Δεν αισθάνεται πια παιδάκι.
Η φωνή της μητέρας του εξακολουθεί να ηχεί. Όχι γύρω του, αλλά μέσα του. Μέσα στο μυαλό του. Μέσα στα βάθη της ψυχής του. Κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να καταλάβει από πού έρχεται η φωνή. Αισθάνεται σαν να τον τραβούν και να τον απωθούν την ίδια στιγμή. Ανοίγει τα μάτια του… Απίστευτο.
Στέκεται έξω από ένα σπίτι. Είναι όμορφο. Καθαρό και φρεσκοβαμμένο. Έχει και κούνια και ένα πολύ όμορφο σιντριβάνι. Φυσάει δυνατά. Το παιδί πλησιάζει στο σπίτι. Περνά την πόρτα, χωρίς να καταλάβει πώς. Μπορεί να μη θυμάται πώς μπήκε, αλλά πλέον βρίσκεται μέσα στο σπίτι.
Στο σαλόνι, μία γυναίκα κοιτάζει έξω από την μπαλκονόπορτα. Της φωνάζει αλλά, αυτή δείχνει να μην τον ακούει. Τώρα, φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Η γυναίκα γυρνά τρομαγμένη. Είναι μεγάλη σε ηλικία και μοιάζει απίστευτα στη μαμά του. Δεν είναι αυτή όμως, είναι πιο μεγάλη και έχει και ένα μωράκι. Γιατί είναι τρομαγμένη; Τι της έκαναν;
Της μιλά για να την ηρεμήσει.
«Μη φοβάσαι, ένα παιδί είμαι μόνο. Δεν θα σας κάνω κακό». Η γυναίκα αρπάζει το μωρό και αρχίζει να τρέχει μέσα στο σπίτι τρομαγμένη. Τρομάζει κι αυτός. Κλείνει τα μάτια του για να μην τη βλέπει. Τον αγριεύει έτσι φοβισμένη.
Ανοίγει και πάλι τα μάτια του. Στέκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο αλλά, η γυναίκα που μοιάζει πολύ με τη μαμά του, έχει φύγει. Φωνάζει, κλαίει. Θέλει να φύγει από εκεί, αλλά δεν μπορεί. Κλείνει τα μάτια του. Δεν θέλει να τα ανοίξει. Θέλει τη μητέρα του. Τη φωνάζει. Καμία απάντηση. Τα ξανακλείνει.
Βαθιά μέσα του ξέρει ότι δεν θέλει να έχει κλειστά τα μάτια του, γιατί δεν βλέπει γύρω του και φοβάται. Αν τα ανοίξει όμως; Τι θα δει; Με όσο θάρρος μπορεί να κρύβει μια οκτάχρονη ψυχούλα, σιγά σιγά ανοίγει τα βλέφαρά του.
Η γυναίκα κοιμάται στον καναπέ. Δίπλα της, έχει το μωράκι. Είναι πολύ μικρό, μια σταλίτσα.
«Έτσι πρέπει να είναι οι μαμάδες», σκέφτεται. «Πρέπει να έχουν τα παιδιά τους δίπλα τους, όχι σαν τη δική μου που με έχει αφήσει μόνο μου τόση ώρα».
Κοιτάζει γύρω του. Βλέπει μερικές φωτογραφίες. Τις πιάνει στα χέρια του και τις κοιτάζει. Είναι αυτός και η μαμά. Ένα χαμόγελο ανακούφισης ζωγραφίζεται στα χείλη του.