Η Βροχή Πεθαίνει στην Άσφαλτο
Σακλαμάκης Γιάννης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Καθόμουν στον καναπέ και κοιτούσα τις γάμπες της Γιώτας. Ήταν ξαπλωμένη στον άλλο καναπέ, απέναντί μου και κοιτούσε το ταβάνι. Είχε έρθει πριν από λίγο και αφού είπαμε δύο - τρεις κουβέντες στο αδιάφορο, καθόμασταν έτσι, για κανένα λεπτό.
«Έγραψες τίποτα;», μου είπε, χωρίς να με κοιτάξει.
Τα μάτια μου έφυγαν από τις γάμπες της και στράφηκαν στο πρόσωπό της. Κατά τα άλλα, σιωπή. Σηκώθηκα, πήρα ένα μπουκάλι από το σκρίνιο και περπατώντας προς την κουζίνα, τη ρώτησα αν θέλει, δείχνοντάς της το μπουκάλι. Έγνεψε καταφατικά. Όταν γύρισα στον καναπέ μου, άφησα δύο ποτήρια με ουίσκι στο τραπεζάκι. Άναψα τσιγάρο, ενώ η Γιώτα κά-θισε δίπλα μου.
«Λοιπόν;», με ξαναρώτησε, μ’ εκείνο το πονηρό της χαμό-γελο.
«Τώρα περιμένεις απάντηση; Αφού ξέρεις, ρε Γιώτα».
«Και με την προκαταβολή;»
«Σ’ ένα μήνα, πρέπει να την επιστρέψω».
«Και προφανώς, δεν έχεις φράγκο».
«Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις».
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ήμουν άφραγκος και το γεγονός αυτό, δεν έκανε καμία έκπληξη, ούτε στη Γιώτα, ούτε σ’ εμένα. Όλα είναι θέμα επιλογών και δε μετανιώνω ούτε στιγμή, για το ότι, ποτέ δε με ένοιαξε μία επαγγελματική κα-ριέρα, που να μου εξασφαλίζει κάποιο εισόδημα. Ανέκαθεν, προσπαθούσα να κάνω αυτό που θέλω. Επίμονος και εσω-στρεφής. Επίσης, εγωκεντρικός, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι συμπαθώ τον εαυτό μου. Απλά, έχω το δικό μου τρόπο, να βλέπω και να θυμάμαι τα γεγονότα, όχι απαραίτητα με τη σειρά που έγιναν, αφού ποτέ δε μ’ ενδιέφερε κανενός είδους κανονικότητα. Αυτοκαταστροφικός και παράλληλα αυτάρ-κης, με τη διαδικασία της καταστροφής, να τρέφει την αυτάρκεια, δηλαδή, σα να λέμε, ότι ανοίγεις εσύ ο ίδιος μία τρύπα στη βάρκα, μεσοπέλαγα και ύστερα περνάς την ώρα σου, προσπαθώντας να βουλώσεις την τρύπα, αφού δεν υπάρχει κανείς άλλος στο πλεούμενο, για να το κάνει. Κι αν η βάρκα τελικά βουλιάξει, κανείς δε μπορεί να σου πει ότι έκανες λάθος, αφού εσύ ο ίδιος άνοιξες την τρύπα. ‘’Ποιητική δικαιοσύνη, ρομαντικό προδιαγεγραμμένο σχήμα’’ και άλλες τέ-τοιες, λογοτεχνικές (υποτίθεται) εκφράσεις, με τις οποίες καυλώνουν οι φιλόλογοι, αλλά εμένα μου φέρνουν ανα-γούλα (τόσο οι εκφράσεις, όσο και οι φιλόλογοι).
Δεν έχω ιδέα, πως κατάφερα να επιβιώσω μέχρι τώρα. Είμαι τριάντα τεσσάρων ετών κι έτσι όπως το σκέφτομαι, δε θα έπρεπε να είχα αντέξει, μετά τα είκοσι πέντε. Δε βαριέσαι… οι ‘’κακές γλώσσες’’, έλεγαν ότι είμαι συγγραφέας. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Από μικρός, είχα την τάση να γράφω ένα σωρό πράγματα, τα περισσότερα από τα οποία, ούτε καν υπάρχουν, γιατί τα έσκισα και τα πέταξα. Εν πάση περιπτώσει, κάποια στιγμή, ολοκλήρωσα ένα μυθιστόρημα, το οποίο εκδόθηκε, πριν από τρία χρόνια, από έναν εκδοτικό οίκο της κακιάς ώρας, που ήταν έτοιμος να βάλει λουκέτο. Ήμουν σίγουρος, πως δε θα το αγόραζε κανείς. Κι όμως, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το βιβλίο πούλησε του κερατά, πήρε καλές κριτικές κι έδωσε κάθε λόγο σ’ εκείνο το κοντόχοντρο αρχίδι, τον ιδιοκτήτη του εκδοτικού οίκου, να τρίβει τα χέρια του. Μου πρότεινε να συμφωνήσουμε, ότι θα του φέρω το επόμενο μυθιστόρημά μου, για το οποίο θα πληρωνόμουν πολύ καλύτερα και θα έπαιρνα μία άκρως γενναιόδωρη προκαταβολή. Κανονικά, θα έπρεπε να εξηγήσω στο κοντόχοντρο αρχίδι, ότι μου είναι αδύνατον να επιβάλλω στον εαυτό μου οποιονδήποτε προγραμματισμό και κατά συνέπεια, δε μπορούσα να εγγυηθώ, ότι θα του έφερνα το βιβλίο, αλλά… η ‘’κανονικότητα’’, είχε διαγραφεί από το λεξιλόγιό μου προ πολλού, τα φράγκα της προκαταβολής ήταν δελεαστικότατα, οπότε, τσίμπησα την προκαταβολή και την έκανα. Σωστός νομίζω. Το πρόβλημα είναι, ότι σε ένα μήνα, υποτίθεται πως θα πρέπει να του παραδώσω το βιβλίο και δεν έχω γράψει λέξη. Συνε-πώς, θα πρέπει να επιστρέψω την προκαταβολή. Αλλά δεν υ-πάρχει φράγκο.
«Πόσα είχες πει ότι είναι, έξι χιλιάρικα;», με ρώτησε η Γιώτα.
«Ναι».
«Εντάξει, μπορώ να σου δώσω τα μισά».
«Μην το ξαναπείς αυτό».
«Γιατί;»
«Γιατί δε γουστάρω να πληρώνεις εσύ για μένα».
«Είσαι στρυμωγμένος, όμορφε».
«Μια ζωή, στρυμωγμένος είμαι».
«Μη μου αλλάζεις την κουβέντα, εμένα. Τώρα μιλάμε για κάτι συγκεκριμένο. Είμαι φίλη σου και θέλω να βοηθήσω».
«Δε σου ‘πα ότι δεν είσαι φίλη μου, αλλά… ξέρω ‘γω, έτσι ό-πως τα ‘χω κάνει…»
«Δεν έχει αλλά. Είπαμε, τα τρία χιλιάρικα δικά μου, σύμφωνοι;»
Κατέβασα μία γερή γουλιά.
«Σύμφωνοι», της είπα.
Μία υποψία από χαμόγελο, έσκασε στο πρόσωπό μου, την οποία, η Γιώτα ανταπέδωσε, με το υπέροχο πονηρό της χα-μόγελο, συνοδευόμενο από το γνωστό βλέμμα που σκοτώνει, κάτι σε στυλ, Γκλόρια Γκράχαμ, Έλα Ρέινς και τέτοια σκηνικά.
«Να βάλω τίποτα ν’ ακούσουμε;», με ρώτησε.
Έγνεψα καταφατικά. Κάποιοι Τζέφερσον Έρπλεϊν στο πικάπ και δεύτερο τσιγάρο για τη Γιώτα, η οποία έγειρε στον κα-ναπέ, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο μου.
Καλό φιλαράκι η Γιώτα. Όμορφη, με καστανόξανθα μαλλιά και δολοφονικά γαλαζοπράσινα μάτια, που παραπέ-μπουν σε αιλουροειδές. Αδύνατη, με δέρμα βελούδο και μακριά πόδια. Πανέξυπνη και ξέρει να μιλάει. Άμα θέλει, σου πετάει ατάκα, που μένεις κάγκελο. Ευαίσθητη, αλλά πρέπει να είσαι φίλος της για να το καταλάβεις. Κατά τα άλλα, όταν θέλει, φορά το προσωπείο της αγριογκόμενας και τους δου-λεύει όλους ψιλό γαζί. Ένα μήνα αφού έκλεισε τα δεκαοκτώ, εξαφανίστηκε από το πατρικό της κι από τότε, η σχέση της με τους δικούς της, ήταν από τυπική έως ανύπαρκτη (μάλλον το δεύτερο). Ο πατέρας της, τη χούφτωνε από τα δεκαπέντε της και κάποτε επιχείρησε να χοντρύνει το παιχνίδι, αλλά η Γιώτα του έσκασε μπουκέτο, που τον έστειλε αδιάβαστο. Κανείς δεν το ήξερε αυτό, εκτός από εμένα και το Σπύρο. Για δύο χρόνια σπούδαζε κάτι, δε θυμάμαι ακριβώς τι (νομίζω πως ούτε εκείνη θυμάται, πλέον), αλλά της φάνηκε τελείως γελοίο το σκηνικό, οπότε, σηκώθηκε κι έφυγε. Δούλεψε για χρόνια σε διάφορα μπαρ κι έτσι γνώρισε τη Βίκυ, την οποία σύστησε σ’ εμένα και στο Σπύρο. Αλλά η Γιώτα δε μπορούσε να στεριώσει σ’ ένα μπαρ, γιατί ο εκάστοτε ιδιοκτήτης, πάντα χωνότανε άγρια, προσπαθώντας να την πηδήξει και τότε ε-κείνη, τον άρχιζε στα γαμωσταυρίδια και την έκανε γι’ αλλού. Άσε που ξενέρωνε, με τα σκυλάδικα και τα νταουλογύφτικα που έπαιζαν στα μπαρ, δεδομένου ότι εκείνη, άκουγε ροκ του κερατά και αυτός ήταν ένας από τους λόγους, που γίναμε φίλοι, εκείνη κι εγώ. Μέχρι που κάποια στιγμή, πριν από τρία χρόνια, η Γιώτα βαρέθηκε την περιοδεία στα μπαρ, τα οικο-νομικά της ήταν άθλια, οπότε, αποφάσισε, πως θα άφηνε κά-ποιους να την πηδήξουν, αρκεί να της τα έσκαγαν χοντρά. Δε χτύπαγε βίζιτες σε καθημερινή βάση. Μόνο όσο χρειαζόταν, για να βγάζει τα φράγκα που ήθελε. Και όχι μόνο έβγαζε, αλλά άφηνε και κάποιο κομπόδεμα στην άκρη, για ώρα ανά-γκης (όπως τώρα, με τα ‘’δικά μου’’ τρία χιλιάρικα).
«Τί απέγινε το κορίτσι χωρίς όνομα;», με ρώτησε, χωρίς να με κοιτά.
Μας αρέσει να αράζουμε έτσι και να μιλάμε, χωρίς να κοιταζόμαστε.
«Θα σε γελάσω, δεν το σκέφτηκα», της απάντησα.
«Πάντως, είναι ωραία ιστορία».
Το κορίτσι χωρίς όνομα, ήταν μία ιδέα που είχα τις προάλλες. Για έναν τύπο, που κάθε βράδυ, βλέπει στον ύπνο του μία κοπέλα, που δεν έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του. Σε ένα από τα όνειρα, η κοπέλα του λέει, ότι αν γνωριστούν στην πραγματικότητα, δε θα την ξαναδεί ποτέ στα όνειρά του. Μέχρι που μία μέρα, ο τύπος βλέπει την κοπέλα με σάρκα και οστά, στον ξύπνιο του και τότε, βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τεράστιο δίλημμα: από τη μία, θέλει να τη γνωρίσει, ελπίζοντας ότι εκείνη θα ανταποκριθεί. Από την άλλη, αν εκείνη δεν α-νταποκριθεί, τότε δε θα την έχει ούτε στα όνειρα… και τα ό-νειρα είναι υπέροχα… σα να λέμε, ότι πρέπει να ρισκάρει στην πραγματικότητα, ενώ έχει καβατζωμένη τη φαντασία. Αλλά ποιος μας λέει, ότι η ‘’πραγματικότητα’’, δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας και ότι τα όνειρα δεν είναι η μοναδική ‘’πραγματικότητα’’; Ίσως ολόκληρη η ζωή, να είναι ένα συνε-χόμενο τριπάκι, από το οποίο ξενερώνεις, όταν τελειώσουν τα κέρματα για το φλίπερ (ή αλλιώς, τα τινάζεις). Κι εκτός απ’ αυτό, πώς είναι σίγουρος ο τύπος, ότι θα συνεχίσει να βλέπει την κοπέλα στα όνειρά του; Του το είπε εκείνη; Κι αν του το είπε, πώς ξέρουμε ότι του είπε την αλήθεια; Μπορεί εκείνη στο όνειρο, να του πουλάει φίδια, ενώ η πραγματική, να είναι το κλειδί της ευτυχίας… αλλά αν υποθέσουμε, ότι εκείνη στο όνειρο, του λέει την αλήθεια, τότε, με συνοπτικές διαδικα-σίες, γεννάται ένα άλλο ερώτημα, δηλαδή, το αν η αλήθεια στο όνειρο, είναι καλύτερη ή χειρότερη, από το ψέμα στην πραγματικότητα.