Ιστορίες της Νιότης
Μπαλτζίδης Αναστάσιος
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

Αντί προλόγου
Οι γειτονιές της πόλης μου

Η Βέροια, στις δεκαετίες του ‘50, του ‘60 και ακόμα και του ‘70, είχε
συγκεκριμένη κοινωνική διαμόρφωση που ακολουθούσε την αστική της
διαμόρφωση. Υπήρχε η Βέροια του κέντρου. Εκείνο το κομμάτι που περι-
κλείονταν στη γραμμή Ρολόι, Μητροπόλεως, Εληά, η αρχή της Ανοίξεως, η
Βενιζέλου, η Κεντρικής. Κάτοικοί της κυρίως ντόπιοι Βεροιώτες, μαγαζάτορες
ή επιστήμονες (γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι) και δημόσιοι υπάλληλοι. Είναι
εκεί όπου εμφανίστηκαν και οι πρώτες πολυκατοικίες της πόλης.
Από την άλλη, χωρίς να υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός, είχαμε την
περιφερειακή Βέροια. Η Κυριώτισσα ή Κακοσούλι, το κέντρο απόκεντρο
κατά πολλούς, όπου ζούσαν επίσης ντόπιοι Βεροιώτες με χαμένη στο
βάθος της ιστορίας, αρβανίτικη καταγωγή και με κάποιες βλάχικες νησίδες.
Οι περισσότεροι αγρότες. Υπήρχε η περιοχή του Αγίου Γεωργίου, με
κυρίως βλάχικο πληθυσμό, και ενασχόληση με την κτηνοτροφία. Υπήρχε
η περιοχή κάτω από την Εληά, που ο πληθυσμός ήταν είτε προσφυγικός,
είτε προέρχονταν απο εσωτερική μετανάστευση, κυρίως από χωριά της
Κοζάνης με εργατική ή αγροτική απασχόληση. Και υπήρχαν οι περιοχές
του Γιολάγκελντι, του Τσερμενίου, της Καλλιθέας, του Προμηθέα και άλλες, που κατοικούνταν κυρίως από προσφυγικό πληθυσμό και κυρίως εργάτες
αλλά και αγρότες.
Μια τέτοια προσφυγική γειτονιά ήταν και η γειτονιά του συγγραφέα.
Ξεκινούσε ακριβώς πισω από το τότε Τρίτο και Τέταρτο Δημοτικό σχολείο
και κατέληγε λίγο πριν τη βίλα Βικέλα και πίσω από τους στρατώνες.
Καρδιά της η οδός Μαυρομιχάλη, η οδός ονείρων του συγγραφέα, εκεί
όπου στήνονταν καθημερινά τα παιδικά παιχνίδια, περισσότερο με τη
φαντασία και τη δημιουργικότητα των παιδιών, παρά με μηχανήματα
υψηλής τεχνολογίας, όπως είναι σήμερα.
Για μας τους ξένους, τους προερχόμενους από άλλες γειτονιές δηλαδή, η
γειτονιά ονομάζονταν, “Το Βήμα”, γιατί εκεί μέσα βρίσκονταν το περίφημο
Βήμα του Αποστόλου Παύλου, πόλος έλξης του θρησκευτικού τουρισμού
της πόλης. Άλλες φορές την αποκαλούσαμε “Τα Παπάκια” γιατί στο τέλος της
οδού Μαυρομιχάλη και δίπλα στο μπατάνι, το νερό που κατέβαινε από ψηλά,
δημιουργούσε μια μικρή λιμνούλα, όπου πλατσούριζαν διαρκώς, πέντε-έξη
πάπιες, προς χαρά των μικρών παιδιών που την επισκέπτονταν παρέα με
τους γονείς τους.
Κι όταν πια μεγαλώσαμε, φοιτητές όντες, της δώσαμε ένα τρίτο όνομα. “Στου
Κωσταλάρ” ή “Κωσταλάρα” από το όνομα του ιδιοκτήτη της περίφημης
ταβέρνας, της οποίας κάποια εποχή, είχαμε γίνει τακτικοί πελάτες.
Σ’ αυτήν την όμορφη γειτονιά, ο συγγραφέας έζησε τα παιδικά του χρόνια.
Έπαιξε, έτρεξε, έπεσε, σηκώθηκε με ματωμένα γόνατα και συνέχισε το
παιχνίδι του. Κι όπως μας έλεγαν τότε οι μανάδες μας, για να μην κλαίμε,
όταν πέφταμε, “δεν πειράζει θα μεγαλώσεις”, μετά από πολλές πτώσεις,
μεγάλωσε κι αυτός κι εξιστορεί με νοσταλγία και αγάπη, τα παθήματα και
τα μαθήματα εκείνης της εποχής.

Οι μαχαλάδες της Βέροιας

Τις ανοιξιάτικες μέρες, σκαρφαλωμένος στα υψώματα της Βίλας του Βικέλα και του Προφήτη Ηλία, απολάμβανα τη θέα των μαχαλάδων, που ξεχύνονταν, όπως τα νερά ενός χείμαρρου, μπροστά στα πόδια μου. Άλλοτε πάλι, αναρριχόμουνα στο ύψωμα του Β΄ Σώματος Στρατού, πάνω από την οδό Μαυρομιχάλη, και αγνάντευα προσεχτικά, τον ορίζοντα, αναμένοντας την άφιξη του ελικοπτέρου του στρατηγείου. Με την άφιξη του, κατηφόριζα τρέχοντας τη Λεωφόρο Στρατού και
φθάνοντας στη βάση του υψώματος, εξερευνούσα τις δαιδαλώδεις σπηλιές. Ο λαβύρινθος των διαδρόμων των σπηλαίων, ξεπρόβαλε μπροστά μου, ενώ το σκοτάδι αγκάλιαζε τα πάντα, λίγα μόνο μέτρα μετά την είσοδο σ’ αυτές. Ιστορίες και μύθοι για θησαυρούς και όπλα, καθώς και ένα υπόγειο μυστικό μονοπάτι, που έφτανε κάποτε μέχρι το ξακουστό ανάκτορο της Βεργίνας, ζωντάνευαν στο παιδικό μου μυαλό. Εικόνες από τους μαχαλάδες της Βέροιας, σαν «χίλια μύρια κύματα»,
πλημμύριζαν το παιδικό μυαλό και έφερναν στη μνήμη, τους ατελείωτους περίπατους, στα σοκάκια και τις αλάνες της πόλης. Κατηφορίζοντας την οδό Μητροπόλεως, διασχίζαμε την καρδιά της πόλης και καταλήγαμε στον εξώστη της Βέροιας, την Ελιά. Άλλοτε πάλι, στην Πλατεία Ωρολογίου, στρίβαμε αριστερά και κατεβαίναμε το απότομο καλντερίμι προς την Μπαρμπούτα, την εβραϊκή συνοικία, τη Χάβρα, και από εκεί σκαρφαλώναμε στον Προμηθέα και τα Εβραίικα Μνήματα.
Κάποιες φορές πάλι, στην Πλατεία Ωρολογίου, η παρέα έστριβε δεξιά και κατευθύνονταν στο Τσερμένι και το Πασά Κιόσκι. Μια δρασκελιά πιο κάτω, επίσης στα δεξιά, χωνόμασταν στα λιθόστρωτα σοκάκια της Κυριώτισσας. Χριστιανική συνοικία, με στενά καλντερίμια και τις στέγες των σπιτιών να ακουμπούν σχεδόν η μια την άλλη. Η περιοχή σφύζει από χριστιανικούς ναούς και διατηρεί τη γνωστή Βεροιώτικη αρχιτεκτονική, με τις βαριές εξώπορτες και τα περίφημα σαχνισιά. Ο Τριπόταμος σιγοσφυρίζοντας ερωτικά στο αυτί, αγκαλιάζει την πόλη και μας συντροφεύει στους περιπάτους μας. Την πόλη, που για περισσότερο από δυο χιλιάδες χρόνια, υποδεχόταν γενιές ανθρώπων με αγάπη και στοργή, όπως ο πελαργός τους νεοσσούς του. Στο διάβα του καιρού
Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι και Σλάβοι, άφησαν το στίγμα τους στην πόλη. Τα σπίτια, οι εκκλησιές, τα τζαμιά, η συναγωγή και τα νεκροταφεία, αποτελούν τους διαχρονικούς μάρτυρες, της εδώ παρουσίας τους. Εδώ ερωτεύτηκαν, εδώ δημιούργησαν, εδώ ρίζωσαν αυτοί και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους. Αγωνίστηκαν για την κάθε μέρα της ζωής τους και κτίσανε με αγάπη, τη διαπολιτισμική αξία της πόλης που τους αγκάλιασε. Αυτοί οι άνθρωποι, με το ιδρώτα του προσώπου τους και με τον κόπο των χεριών τους, έδωσαν και πήραν από αυτήν τη διαχρονική αγάπη. Αυτό το βαθύ αίσθημα,
«το ένοιωθα στο πετσί μου», διασχίζοντας τον καθ’ ένα από τους
μαχαλάδες της αγαπημένης μου πόλης, της ερωμένης μιας ζωής!
Όπου και να είμαι, ό,τι και να είμαι, θυμάμαι πάντα σαν το νεογνό, την κοιλιά της μάνας, την κύηση μου στα σπλάχνα αυτής της πόλης, της Βέροιας. Νύμφη του Βερμίου, περιτριγυρισμένη από τα Πιέρια και τον Αλιάκμονα, χαμένη μέσα σε έλατα, καστανιές και οξιές. Αδελφή του θεού Όλγανου, που της χάρισε αυτή την περισσή λουόμενη ομορφιά, μέσα στα γάργαρα νερά του Τριπόταμου.

Η γέννηση

Απ’ όλα τα πετούμενα που έχει ο ουρανός, μ ’αρέσει ο πελαργός. Πάντα μου κινούσε την περιέργεια και τον περιεργαζόμουν μετά περισσής προσοχής, όταν τον έβλεπα να στρογγυλοκάθεται, στη φωλιά του και να μας περιεργάζεται όλους εμάς, που τον κοιτάζαμε με δέος! Η φωλιά του, φτιαγμένη από κλαδιά περιπλεγμένα με τέχνη και μεράκι, σχημάτιζαν ένα αληθινό έργο τέχνης. Κατηφορίζοντας την οδό Κεντρικής, δίπλα από το στραγαλάδικο του Κλήμη, συναντούσαμε το Ορτά τζαμί, με τον όμορφο μιναρέ του. Σ’ αυτό λοιπόν το σημείο, έδινε κάθε χρόνο το ραντεβού του, ο πελαργός. Το χορταριασμένο τζαμί, με τις περικοκλάδες και τα διάφορα άλλα αναρριχόμενα φυτά, αποτελούσε προσφιλή τόπο, για την οικογένεια του. Εδώ ζούσε τους έρωτες του, εδώ ανέτρεφε τους νεοσσούς του, μέχρι το φθινόπωρο, που έφευγε για τα πιο ζεστά κλίματα.
Εκεί λοιπόν κάτω από το μιναρέ, έδινα κάθε χρόνο το ραντεβού, με τον «πατέρα» μου! Είναι «γνωστό τοις πάσι», ότι ο πελαργός φέρνει τα παιδιά φασκιωμένα και τα παραδίδει στους περιχαρείς γονείς τους. Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση μου, τις 2 Μαΐου του 1959, κατέφτασα μετά από ένα πολύ μακρινό ταξίδι, πάνω από θάλασσες και από βουνά, φωτιές ίσως, θα ήταν πιο κυριολεκτικό. Όπως συνήθιζε να διηγείται πάντα η μάνα μου και τι δεν έκανε για να με φέρει σε αυτό τον ντουνιά… Μέχρι και στην Παναγιά μας έκανε
τάμα! Στη μονή της Παναγίας Δοβρά, στις καταπράσινες πλαγιές του Βερμίου, πήρε σάρκα και οστά, το όνειρο της απόκτησης μου. Εκεί το κλάμα και η απόγνωση, συνάντησε την πίστη και το θαύμα έγινε. Εκεί πήρε το μήνυμα ο πελαργός και με άρπαξε από τις θείες αγκάλες, για να με εναποθέσει στις αγκάλες της μητρός μου.
«Φευ», πόσο δύσκολο και επικίνδυνο ήταν το ταξίδι αυτό! Πόσες φορές δεν έφτασε η νεοαποκτηθείσα ζωή μου, στο χείλος του γκρεμού! Θέλεις η υποχρεωτική κούρα, καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, υπό ιατρική παρακολούθηση, θέλεις η μετάγγιση λόγω ίκτερου «εν έτει» 1959, θέλεις… θέλεις... θέλεις… Ήμουν ο φόβος και ο τρόμος για την μητέρα μου και φυσικά όλη της η έγνοια. Όχι ότι μου χαριζόταν στις αταξίες μου, αλλά με αγαπούσε πιο πολύ και από την ίδια της τη ζωή! Ας είναι καλά όπου και αν είναι, διότι επιτέλεσε άξια το καθήκον της και σαν άνθρωπος αλλά και σαν χριστιανή.
Τα χρόνια πέρασαν, αλλά η εικόνα του ταξιδιού με τον πελαργό και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου και έγιναν μέρος της ψυχής μου. Φανταστείτε λοιπόν το δέος μου, κάθε φορά που σήκωνα τα μάτια και αντίκρυζα τους νεοσσούς και την αγάπη της μητέρας τους. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι τη μητέρα μου, ξαπλωμένη στο σανίδι του πατώματος, δίπλα από το κρεββάτι μου, την ώρα που ο πυρετός με «έκαιγε» στους σαράντα βαθμούς και δεν έλεγε να υποχωρήσει. Αισθάνομαι σαν και σήμερα το χέρι της στο μέτωπο μου και τις κρύες κομπρέσες για να υποχωρήσει, έστω και
λίγο, η θερμοκρασία. Το βλέμμα της έμενε μετέωρο πάνω από μένα, καρφωμένο στο εικόνισμα της Παναγίας, που βρίσκονταν σταθερά πάνω από το προσκέφαλο μου. Η γοερή προσευχή της, ανέβαινε νοερά στο θρόνο της Παναγίας, παρακαλώντας την να με προφυλάξει, σαν το δικό της γιό, τον Κύριον των πάντων. Στιγμές ψυχικής ανάτασης και ένωσης με το θείο, μέσα από την αγάπη για το πλάσμα του… στιγμές πόνου που γιγαντώνουν το πνεύμα και καθιστούν λαμπερή την ψυχή! Θεέ μου, πόσο μου λείπει αυτή η αγάπη…