Χαράς Ποίησις
Λιβερτζίδης Φώτης
Bookstars Εκδόσεις - Free Publishing

ΓΝΩΡΙΣΑ.
Τίποτα δεν έμαθα και τίποτα δεν ξέρω.
Είναι το μόνο που έμαθα.
Προσπαθώ να μάθω όμως ότι το να παίρνεις
αγάπη δεν σημαίνει πως πρέπει να δίνεις.
Η αγάπη είναι συναίσθημα που δεν δίνεται σαν
δώρο αλλά σαν ευλογία.
Γνώρισα πως ο πόνος της ψυχής είναι στο
μυαλό μας και δεν μπορεί να στον γιατρέψει
κανείς παρά μόνο εμείς.
Γνώρισα πως το να μάθεις να κερδίζεις είναι
ίδιο με το να ξέρεις να χάνεις.
Γνώρισα πως ο φίλος θα φανεί στα καλά και όχι
μόνο στα άσχημα.
Γνώρισα πως στον κόσμος θέλουμε να
αλλάξουμε πολλοί πολλά αλλά ούτε οι λίγοι δεν
προσπαθούμε.
Γνώρισα πως το να κάνεις όνειρα όταν είσαι
ξύπνιος είναι πιο ουτοπικά από αυτά που
κάνεις όταν κοιμάσαι.
Γνώρισα πως για να μάθεις πότε να
εμπιστευτείς έναν άνθρωπο θα πρέπει να έχεις
πληγωθεί από πολλούς.
Γνώρισα πως για να εμπνέεις σεβασμό,πρέπει
πρώτα να δείχνεις.
Γνώρισα πως το ψέμα θα κερδίζει πολλές φορές
την αλήθεια αλλά θα έχει ημερομηνία λήξης.
Γνώρισα έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν
που μου υποσχέθηκαν.
Γνώρισα πως η υπόσχεση του πάντα,μπορεί να
κρατήσει ώρες.
Γνώρισα πως οι ώρες χαράς μπορούν να
μείνουν για πάντα στο μυαλό σου,δεν μπορεί
να στις καταστρέψει κανείς.
Γνώρισα πως ο έρωτας όταν είναι αληθινός
κλείνει πληγές.
Γνώρισα πως οι πληγές αφήνουν σημάδια αλλά
μου αρέσουν πάνω μου.
Γνώρισα τραγούδια που ήταν τόσο αδιάφορα
χθες και σε κάνουν να κλαις σήμερα.
Γνώρισα πως για να πας μπροστά πολλές
φορές,πρέπει να κάνεις βήματα πίσω.
Γνώρισα πως είμαστε άνθρωποι και κάνουμε
λάθη.
Έτσι σαν άνθρωπος και εγώ μόλις έκανα ένα
ακόμα.
Δεν γνώρισα τελικά αλλά έμαθα.

ΤΑ ΤΑΤΟΥΑΖ
Οι άνθρωποι έχουν επιλογές αρκεί να σκεφτούν
χωρίς να εγκλωβιστούν.
Ίσως αρκεί ένα χέρι να τους ακουμπήσει στον
ώμο για να τους ανοίξει τον δρόμο.
Θυμήθηκα που είχα συναντήσει ένα γέρο στο
γκρεμό.
Απόρησα τι κάνει αυτός εδώ?
Τον πλησίασα και είδα ένα τατουάζ στο δεξί του
χέρι.
Ήταν η λέξη «γενναίο» πάνω σε έναν ήλιο.
Είδα απόγνωση βαθιά μέσα στα μάτια του,σαν
να ήθελε να σκορπίσει τα κομμάτια του.
Γύρισα το βλέμμα και είδα μια γυναίκα δίπλα
σ’ένα ρέμα.
Πήρα εκείνο το μονοπάτι να την
συναντήσω,χωρίς να ξέρω τι θα αντικρύσω.
Στο αριστερό της χέρι σαν ένα χνούδι,είδα την
λέξη «δώρο» πάνω σ ‘ένα λουλούδι.
Είδα μέσα στα μάτια της την θλίψη,δεν
μπορούσε να την καλύψει.
Την πήρα μαζί μου εκεί που ήταν ο γέρος.
Περίμενε με δάκρυα στο ίδιο μέρος.
Ένιωσε ο ένας του άλλου την πίκρα,τα έβλεπαν
μαύρα σαν την νύχτα.
Ταυτόχρονα σιγοψυθήρισαν βόηθεια,έβγαλαν
την μεγάλη τους αλήθεια.
Ένωσαν τα χέρια σαν ευλογία και γεννήθηκε η
γενναιοδωρία.
Μαζί τους και ένα τραγούδι,
ο ήλιος που άνθισε το λουλούδι.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ήμουν περίπου 20 μίλια πριν πιάσουμε λιμάνι.
Ξαφνικά ακούω το πλοίο να λέει ¨Βλέπεις πόσο
δυνατό είμαι και τα αντέχω όλα!!¨.
Παράκουσα μάλλον και συνέχισα να περπατάω
στο κατάστρωμα. Ξαφνικά μια βάρκα που
κρεμόταν λίγα μέτρα πάνω από την θάλασσα
σαν να μονολογεί.
¨ότι χρειαστείς αν χρειαστείς θα είμαι εδώ¨
Από το άγχος σκέφτηκα τα φαντάζομαι.
Συνεχίζω και ακούω ένα σωσίβιο να λέει με
πείσμα.
¨ο κόσμος νομίζει είμαι μικρό αλλά εγώ ξέρω
είμαι μεγάλο¨.
Πήγα να δροσιστώ μήπως συνέλθω και
γυρνώντας είδα ανθρώπους να τρέχουν
πανικόβλητοι.
Προσπαθώ να συγκρατήσω την ηρεμία μου
βλέποντας τον έναν μετά τον άλλον να
μπαίνουν στις βάρκες.Έχουν ανέβει όλοι.Το
πλοίο έχει αρχίσει να βυθίζεται.Μια φωνή πίσω
από τις βάρκες και αντικρύζω μια γυναίκα που
έχει μείνει πίσω.
Πάνω που χανόταν κάποιος πέταξε ένα σωσίβιο
και σώθηκε,φτάσαμε στην στεριά όλοι καλά.
Σώθηκε η αγάπη και η θέληση,ο εγωισμός
βυθίστηκε.