Αποστέλλεται σε 4-5 εργάσιμες

εφόσον υπάρχει απόθεμα στον εκδότη
   
Bookmark and Share
Βαγγελίτσα
Συγγραφέας :
 
Εκδόσεις : Εντός
Τιμή Web : € 10,00   (-10%)   € 9,00
Κατηγορία : Βιογραφίες
Βαθμολογία :

Περιγραφή : Χαρά στονε, που το ρυάκι της ζωής του θα διαβεί γαληνεμένα με τα πλάτια του γάργαρα και κρουσταλλένια. Που ίσαμε το τέλος, σαν με τα σπλάχνα της γαλανής κυράς θα σμίξει, και της απεραντοσύνης το χάος σαν διαβεί, η ηρεμία θα 'ναι στη στράτα του.

Στα πλακόστρωτα υγρά του χαλιά βαρκούλες από πλατανόφυλλα θ' αρμενίζουν, κι αυτός να σιγοτραγουδά της χαράς και του γέλιου τις εύθυμες νότες.

Χαρά στονε, που οι μπόρες κι οι καταιγίδες δε θα του ανακατέψουνε τα σωθικά και δε θα θολώσουν τις κρουσταλλοπηγές του. Που δε θα ματώσει η καρδιά του με τ' αγκύλια των κακών κυράδων. Που τα μάτια του δε θα βουρκώσουν από τ' ανελέητα μαστιγώματα των βοριάδων.

Τι να πεις όμως γι' αυτόνε που ξυπόλυτος διαβαίνει τα γιομάτα αγκάθια καλντερίμια της ζωής και τα κοφτερά βράχια τις σάρκες του σκίζουν; Τι να του πεις, που το ρυάκι της ζωής του είναι αναταραγμένο και κατακόκκινο από τα δάκρυα του αιμάτου, που πέφτουν απ' του κύρη τα μάτια με χοντρές σταλαγματιές;

Χαρά στονε να του πεις, σαν τα ξεπερνά όλα τούτα με τη δύναμη της θέλησης! Και ξεροβόρια και χιονιάδες και βοριάδες, και καμτσικίσματα τ' αγέρα κατάμουτρα!

Οι τρικυμίες της ζωής στου καθενού το διάβα είναι. Μα σαν θωρείς τον ήλιο κατάματα και προχωράς με το αστραφτερό όπλο του γέλιου και του συντρεγμού, τίποτα δε σε φοβίζει.

Σ' αρπάζουν τα τεράστια φουρτουνιασμένα κύματα και σε πάνε στον άλλο κόσμο και ξαναγυρίζουν. Κι αρπάς το σταυρό της σωτηρίας που βρίσκεται μπρος σου. Τον χουφτιάζεις και σφίγγεσαι απάνου του. Κι απέ, τον φορτώνεσαι στη ράχη και τραβάς για το Γολγοθά. Στα μπούνια μου κι η φαμελιά μου. Μα ο ζηλόφθονος Χάρος μ' άρπαξε το μεγάλο μου αστράκι. Ριμάχτηκε η καρδιά μου σαν έβλεπα εκείνα τα γλυκά του μάτια κλειστά. Έτρεμα σαν το 'παιρνε η μάνα γης στα σπλάχνα της...

Και ξαναδιάβηκε ο Χάρος τα σκαλοπάτια του σπιτικού μου. Τώρα, που το χνότιασμα του χρόνου και τα χουχουλιάσματά του στο κορμί μου 'πομείνανε. Και μου πήρε τη συντρόφισσα μου. Τώρα που 'πομείνανε οι στάχτες και τ' αποκαΐδια από το τζάκι της ζωής.

Μα πάντα θα θωρώ τον ήλιο κατάματα, κι ας μου 'φυγε η μισή μου ανάσα. Με το χαμόγελο θα με υποδεχτούνε σαν έρτει η ώρα και με το χαμόγελο θα τραβήξω κι εγώ το δρόμο μου.

Μ' αυτό το όπλο του χαμόγελου θα συνεχίσω να προχωρώ ως τα στερνά μου, σφιχταγκαλιασμένος πια με την Ελπίδα, έστω κι αν είναι μισοκαμένα τα φτερά της.

(από τον πρόλογο του βιβλίου)